Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ανταγωνιστικότητα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ανταγωνιστικότητα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή, 21 Αυγούστου 2016

Πώς η ανταγωνιστικότητα έγινε, χωρίς να αμφισβητηθεί, μία από τις μεγάλες αρετές της σύγχρονης κουλτούρας

Κυριακή, Αυγούστου 21, 2016

Η διευρυνόμενη οικονομική ανισότητα είναι το ακαδημαϊκό θέμα της μόδας, όμως η τάση της αυξανόμενης απόκλισης πλούτου και εισοδήματος υπάρχει εδώ και αρκετές δεκαετίες. Πώς η κλιμακούμενη ανισότητα πετυχαίνει να είναι ελκυστική για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα;
Τα χρόνια μετά την τραπεζική κατάρρευση του 2008 άρχισε μια αυξανόμενη συνειδητοποίηση του γεγονότος ότι το μοντέλο του καπιταλισμού μας δεν δημιουργεί απλώς όλο και μεγαλύτερη ανισότητα, αλλά εξουσιάζεται από τα συμφέροντα μιας μικρής μειοψηφίας του πληθυσμού. Η περίοδος μετά την κρίση γέννησε τη δική της κοινωνιολογική κατηγορία -το 1%- και πρόσφατα απέδωσε το πρώτο, σχετιζόμενο με αυτή, μεγάλο έργο οικονομικής θεωρίας, το Κεφάλαιο στον 21ο Αιώνα του Τομά Πικετί, ένα βιβλίο αφιερωμένο στην κατανόηση του γιατί η ανισότητα συνεχίζει να μεγαλώνει.
Αυτό που προκαλεί περισσότερο θυμό αυτήν τη στιγμή δεν είναι η ανισότητα, που στο κάτω κάτω μεγαλώνει στη Βρετανία από το 1979, αλλά η αίσθηση ότι το οικονομικό παιχνίδι είναι στημένο. Αν αφήσουμε το θυμό κατά μέρος για λίγο, τίθενται δύο ερωτήματα για όσους ενδιαφέρονται για την κοινωνιολογική ερμηνεία της νομιμοποίησης. Πρώτον, πώς η αυξανόμενη ανισότητα κατάφερε να διατηρείται ελκυστική πολιτισμικά και πολιτικά για τόσο πολύ καιρό; Και δεύτερον, πώς σταμάτησε πλέον να λειτουργεί αυτό το μοντέλο νομιμοποίησης;
Από κάποιες απόψεις, η έννοια της ανισότητας δεν βοηθά εδώ. Σπάνια υπήρξε ηγέτης της πολιτικής ή των επιχειρήσεων που είπε «η κοινωνία χρειάζεται περισσότερη ανισότητα». Παρ’ όλα αυτά, οι περισσότερες από τις πολιτικές που αύξησαν την ανισότητα από τη δεκαετία του ’70 ήταν γνωστές. Αν και είναι δελεαστικό να κοιτάξει κανείς στο παρελθόν και να νιώσει παραπλανημένος από την εποχή πριν από 2008, ήταν σχετικά σαφές τι συνέβαινε και πώς δικαιολογούνταν. Αντί να μιλούν όμως με όρους δημιουργίας περισσότερης ανισότητας, οι διαμορφωτές πολιτικής πάντα προτιμούσαν έναν άλλο όρο που στην πραγματικότητα οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα: την ανταγωνιστικότητα.
Η ανταγωνιστικότητα είναι μια ενδιαφέρουσα έννοια και μια ενδιαφέρουσα αρχή πάνω στην οποία μπορεί να στηρίξει κανείς κοινωνικούς και οικονομικούς θεσμούς. Όταν βλέπουμε τις καταστάσεις ως «ανταγωνισμούς» υποθέτουμε ότι οι μετέχοντες έχουν ίσες ευκαιρίες στην αρχή. Υποθέτουμε επίσης ότι προσπαθούν για τη μέγιστη ανισότητα στο τέλος. Το να απαιτούμε την «ανταγωνιστικότητα» σημαίνει να απαιτούμε οι άνθρωποι να αποδεικνύουν την αξία τους ο ένας σε σχέση με τον άλλο.
Η ανταγωνιστικότητα έχει γίνει, χωρίς να αμφισβητηθεί, μία από τις μεγάλες αρετές της σύγχρονης κουλτούρας. Θαυμάζουμε τις ανταγωνιστικές πόλεις του κόσμου, λατρεύουμε τους αθλητές επειδή νίκησαν, ανοίγουμε την τηλεόραση και παρακολουθούμε διαγωνιζόμενους να μαγειρεύουν ο ένας εναντίον του άλλου. Στην τηλεόραση, σε ριάλιτι εκπομπές ανταγωνισμού ή σε αθλητικές διοργανώσεις, η διάκριση ανάμεσα στην ανταγωνιστική ψυχαγωγία και στον καπιταλισμό διαλύεται κι αυτά ενώνονται. Γιατί να μας φανεί περίεργο στο ελάχιστο που ανακαλύπτουμε ότι σε μια κοινωνία όπου η ανταγωνιστικότητα έχει αναχθεί σε υπέρτατη ηθική και πολιτισμική αρετή δημιουργούνται αυξανόμενα επίπεδα ανισότητας;
Αν δεν θέλει κανείς να πέσει σε βιολογικό απλουστευτισμό, το ερώτημα που πρέπει να τεθεί είναι πώς φτάσαμε εδώ. Για να το απαντήσουμε θα πρέπει να στραφούμε πρώτα στις ρίζες της νεοφιλελεύθερης σκέψης στη δεκαετία του 1930. Για τον Φρίντριχ Χάγιεκ στο Λονδίνο, τους ορντοφιλελεύθερους στο Φράιμπουργκ και τον Χένρι Σίμονς στο Σικάγο, ο ανταγωνισμός δεν ήταν μόνο ένα από τα πολλά χαρακτηριστικά της αγοράς. Ήταν ο βασικός λόγος για τον οποίο οι αγορές ήταν πολιτικά επιθυμητές, επειδή διατηρούσαν την αβεβαιότητα του μέλλοντος. Το κοινό χαρακτηριστικό όλων των μορφών ολοκληρωτισμού και κρατικού κεντρικού σχεδιασμού, σύμφωνα με τον Χάγιεκ, ήταν το ότι αρνούνταν να ανεχθούν τον ανταγωνισμό. Έτσι, το νεοφιλελεύθερο κράτος θα οριζόταν πρώτα απ’ όλα από τη χρησιμοποίηση της κρατικής εξουσίας για την υπεράσπιση των διαδικασιών ανταγωνισμού, χρησιμοποιώντας αντιμονοπωλιακούς νόμους και άλλα εργαλεία.
Ένας τρόπος να καταλάβουμε το νεοφιλελευθερισμό, όπως κατέδειξε καλύτερα ο Φουκό, είναι ως προέκταση των αρχών του ανταγωνισμού σε όλες τις πλευρές της ζωής, με την ισχύ του κράτους να τις στηρίζουν. Η κυριαρχία του κράτους δεν υποχωρεί και δεν αντικαθίσταται από τη διακυβέρνηση, αναπροσαρμόζεται έτσι ώστε η κοινωνία να γίνεται ένα είδος «παιχνιδιού» που δημιουργεί νικητές και ηττημένους.
Η επικράτηση των θέσεων του Νόμου και των Οικονομικών της Σχολής του Σικάγου είχε σαν αποτέλεσμα τη δραστική συρρίκνωση του ρόλου του κράτους ως ρυθμιστής της αγοράς. Η δε θεωρία της «εθνικής ανταγωνιστικότητας» του Μάικλ Πόρτερ οδήγησε σε έναν νέο πολιτικό προσανατολισμό, προς την αναζήτηση του ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος. Οι δύο διαδικασίες έχουν τις διανοητικές τους ρίζες στη μεταπολεμική περίοδο, πέτυχαν όμως σημαντική πολιτική επιρροή από τα τέλη της δεκαετίας του ’70 και μετά. Είναι σημαντικά συστατικά στοιχεία του νεοφιλελευθερισμού.
Η μελέτη αυτών των φιλοσοφικών παραδόσεων καθιστά δυνατό το να δει κανείς πώς αναπτύχθηκε μια ολόκληρη ηθική και φιλοσοφική κοσμοθεωρία που δέχεται ότι οι ανισότητες είναι ένα δίκαιο και συναρπαστικό αποτέλεσμα της καπιταλιστικής διαδικασίας την οποία επιβλέπουν οι πολιτικές αρχές. Από αυτή την άποψη το κράτος είναι ένας μόνιμος συνεργός στην αύξηση της ανισότητας, αν και οι εταιρείες, τα διευθυντικά στελέχη και οι μέτοχοι είναι οι προφανείς ωφελούμενοι.
Αντίθετα, με βάση το έργο του Λικ Μπολτανσκί,(On Justification, The New Spirit of Capitalism, The Enrichment Economy), μπορούμε να καταλάβουμε πώς ο ανταγωνισμός, η ανταγωνιστικότητα και τελικά η ανισότητα καθίστανται δικαιολογήσιμες και αποδεκτές, διαφορετικά η παρατεινόμενη παρουσία τους στη δημόσια και την ιδιωτική ζωή φαίνεται απλώς ακατανόητη.
Αυτή η προσέγγιση μας βοηθά επίσης να καταλάβουμε τι δυσλειτουργεί τα τελευταία χρόνια το οποίο θα έλεγα ότι είναι το εξής: Σε κάποια στιγμή στην ιστορία της νεοφιλελεύθερης σκέψης οι υποστηρικτές της πέρασαν από τη στήριξη των αγορών ως πεδίων ανταγωνισμού στο να αντιμετωπίζουν όλη την κοινωνία ως μια μεγάλη αρένα ανταγωνισμού. Σύμφωνα με το δεύτερο μοντέλο δεν υπάρχει διαφοροποίηση ανάμεσα στα πεδία της πολιτικής και της κοινωνίας. Η μετατροπή των χρημάτων σε πολιτική ισχύ, σε νομική δύναμη, σε μιντιακή επιρροή ή σε εκπαιδευτικό πλεονέκτημα, είναι δικαιολογήσιμη στο πλαίσιο αυτού του πιο σκληρού καπιταλιστικού μοντέλου του νεοφιλελευθερισμού. Το πρόβλημα της συγκέντρωσης μεγάλου πλούτου στο 1% του παγκόσμιου πληθυσμού είναι τελικά, όπως έχει συζητηθεί τον τελευταίο καιρό, πρόβλημα ολιγαρχίας.
Επιπροσθέτως, δεν υπάρχουν πια εξωτερικές, ανεξάρτητες ή ανώτερες αρχές για να απευθυνθεί κανείς, μέσα από τις οποίες οι ολιγάρχες μπορούν να ελεγχθούν. Οι «νόμιμες δραστηριότητες» χρειάζονται άλλες εξουσίες οι οποίες να ελέγχουν τη νομιμότητά τους. Αυτή είναι η βασική αρχή πάνω στην οποία βασίζεται ο διαχωρισμός νομοθετικής, εκτελεστικής και δικαστικής εξουσίας. Το ίδιο ισχύει σε σχέση με την οικονομική ισχύ, αλλά αυτό είναι που έχει χαθεί.
Οι ελεγκτές, οι λογιστές, οι εφοριακοί, οι δικηγόροι, οι δημόσιοι θεσμοί, έχουν γίνει μέρος του οικονομικού ανταγωνισμού και μπορούν να αγοραστούν. Για να χρησιμοποιήσω μια αθλητική μεταφορά που αρέσει στους μεγαλοεπιχειρηματίες, είναι σαν η καλύτερη ποδοσφαιρική ομάδα να μην έχει αγοράσει μόνο τους καλύτερους προπονητές, γυμναστές και εγκαταστάσεις, αλλά και τους διαιτητές, και τους δημοσιογράφους. Οι θεσμοί που είναι υπεύθυνοι να κρίνουν τον οικονομικό ανταγωνισμό έχουν χάσει κάθε αυθεντία, πράγμα που μετατρέπει το όνειρο της «αξιοκρατίας» και των «ίσων ευκαιριών» (κρίσιμων ιδεών μέσα στο νεοφιλελεύθερο φαντασιακό) σε ερείπια. Μιλώντας πολιτικά αυτό είναι τόσο αποτυχία νομιμοποίησης όσο και πρόβλημα κλιμακούμενης υλικής ανισότητας.
Το αποτέλεσμα είναι μια κατάσταση που ονομάζω «κατά το δοκούν νεοφιλελευθερισμό», κατά το δοκούν επειδή δεν λειτουργεί πια με κανενός είδους πνεύμα δικαιοσύνης και πλουραλισμού. Η προτεραιότητα γίνεται αποδεκτή ως τέτοια με κάθε κόστος. Αν οι άνθρωποι συμπεριφέρονται «παράλογα», τους «ωθούμε». Αν οι τράπεζες δεν δανείζουν, φουσκώνουμε τους ισολογισμούς τεχνητά. Αν ένα νόμισμα σταματάει να χαίρει εμπιστοσύνης, οι πολιτικοί θα πρέπει να το εγγυώνται σαν να είναι απόλυτη προτεραιότητα. Αν ο κόσμος διαμαρτύρεται αγοράζουμε κανόνια νερού. Πρόκειται για ένα σύστημα του οποίου οι συνθήκες καταρρέουν διαρκώς και το οποίο οι κυβερνήσεις πρέπει διαρκώς να επισκευάζουν.
Η οργή με το 1% ( και πιο σωστά με το 0,1%), η αίσθηση ότι ακόμα και οι ευκατάστατοι μετά βίας ωφελούνται, θα πρέπει να είναι ευπρόσδεκτη. Έχει καθυστερήσει κιόλας. Για πολλά χρόνια έχουμε λειτουργήσει με μια πολιτισμική και ηθική κοσμοθεωρία που βρίσκει αξία μόνο στους «νικητές». Οι πόλεις μας πρέπει να είναι κορυφαίες στον κόσμο για να έχουν σημασία. Τα πανεπιστήμια πρέπει να είναι «εξαιρετικά» αλλιώς φθίνουν. Είναι μια φιλοσοφία που καταδικάζει την πλειοψηφία των χωρών, των ανθρώπων και των οργανισμών στην κατηγορία των «ηττημένων». Δείχνει επίσης εντελώς ανίκανη να υποστηρίξει το αξιοκρατικό της ιδεώδες. Η ανακάλυψη ότι αν δώσεις αρκετή ελευθερία στο νικητή, τελικά θα προσπαθήσει να κλείσει το παιχνίδι υπέρ του για πάντα, θα πρέπει να θέσει εν αμφιβόλω την εμμονή μας με την ανταγωνιστικότητα. Τότε θα μπορούμε να βρίσκουμε αξία στα πράγματα άλλη από το να είναι καλύτερα από κάποια άλλα.
William Davies διδάσκει στο κολέγιο Goldsmiths του Πανεπιστημίου του Λονδίνου και είναι ο συγγραφέας του βιβλίου The Limits of Neoliberalism: Sovereignty, Authority & The Logic of Competition που εκδόθηκε πρόσφατα.
-------------------------------
[Πηγή]
[Τώρα που τελειώνουν οι 31οι Ολυμπιακοί αγώνες του Ριο, κι αφού πήραμε αρκετή δόση εθνικής υπερηφάνειας (που είμαστε Έλληνες κλπ.) που (πάλι) παρά την κρίση τα καταφέραμε και πήραμε 6 μετάλλια, και αφού σηκώσαμε τους «νικητές» στον ουρανό, ήρθε η ώρα να σκεφτούμε και τους «ηττημένους» και τους παρακατιανούς, διότι η ζωή συνεχίζεται αδυσώπητη...
Σπάνια βρίσκεις ένα άρθρο που ενώ μιλάει για πράγματα που νομίζεις ότι σου είναι γνωστά και λελυμένα, σε συγκλονίζει τόσο, που το τυπώνεις κιόλας, μπας και το χάσεις... και το ξαναδιαβάζεις, μια δυο και τρεις και τέσσερις φορές, το αφήνεις μερικές μέρες στην άκρη για ξεκόλλημα και μετά το ξαναδιαβάζεις και ενθουσιάζεσαι περισσότερο!
Σπάνια βρίσκεις ένα άρθρο τόσο μικρό μα συνάμα εκπληκτικά σημαντικό, που ενώ μιλάει για πράγματα που χρόνια τώρα η αριστερή σκέψη υποσυνείδητα υποψιάζεται και κάνει συνήθως λαϊκίστικες προσπάθειες να τα καταδείξει -μιλάμε για την 
«ανταγωνιστικότητα» την «αριστεία» κλπ.-, ο συντάκτης του άρθρου αυτού καταφέρνει με λίγα λόγια να αποδείξει ότι όλ' αυτά αποτελούν φενάκη και αυταπόδεικτο ψέμα στα πλαίσια του νεοφιλελευθερισμού που κυριαρχεί σήμερα!...]

Πέμπτη, 31 Οκτωβρίου 2013

Πανεπιστήμιο: Στο μετέωρο βήμα του «FIGHT OR FLIGHT» - Του Σπύρου Γεωργάτου (Πρόεδρος Συλλόγου μελών ΔΕΠ Πανεπιστημίου Ιωαννίνων)

Πέμπτη, Οκτωβρίου 31, 2013
Πανεπιστήμιο: Στο μετέωρο βήμα του «FIGHT OR FLIGHT» - Του Σπύρου Γεωργάτου (Πρόεδρος του Συλλόγου μελών ΔΕΠ Πανεπιστημίου Ιωαννίνων)
Λέγεται και γράφεται ότι «στο Πανεπιστήμιο τα πράγματα ήταν ανέκαθεν δύσκολα, γιατί στην Ελλάδα δεν υπάρχει επιστημονική παράδοση». Σωστό, αν και υπήρξαν άλλες παραδόσεις, εκτός Πανεπιστημίου, που θα μπορούσαν υπό συνθήκες να αποτελέσουν τη βάση για πρωτότυπους πειραματισμούς, τόσο στην εκπαίδευση όσο και στην έρευνα (από την παράδοση των λεγόμενων ιατροφιλοσόφων και τη λαϊκή ζωγραφική, μέχρι τις διάφορες σχολές της νεοελληνικής ποίησης και το απαράμιλλο σε δεξιοτεχνία και αισθητική «μαστοριλίκι» των γεφυροποιών της Ηπείρου). Απουσία των κατάλληλων πολιτικών και οικονομικο-κοινωνικών συνθηκών, η ανώτατη εκπαίδευση δεν στηρίχθηκε όμως ποτέ σ’ αυτό το «ευγενές» υπόστρωμα και αναπτύχθηκε στρεβλά κι «απ’ τα πάνω», με κύριο στόχο την ανασυγκρότηση των μεσαίων στρωμάτων μετά τον πόλεμο.

Το σύγχρονο, μαζικό Πανεπιστήμιο άρχισε να συγκροτείται μετά το ’82, με την εισαγωγή του πρώτου νόμου-πλαισίου από την κυβερνηση Παπανδρέου. Το πλαίσιο αυτό προέβλεπε συγκεκριμένα όργανα (αυτο)διοίκησης (τομέας-τμήμα-σχολή), θέσπιζε τέσσερις καθηγητικές βαθμίδες (λέκτορες, επίκουροι, αναπληρωτές, τακτικοί καθηγητές) και έδινε δικαίωμα λόγου και ψήφου τόσο στο διδακτικό-ερευνητικό προσωπικό, όσο και στους διοικητικούς υπαλλήλους και τους φοιτητές. Αυτή η «βίαια ωρίμανση» στο θεσμικό επίπεδο αντιμετώπιζε έναν κραυγαλέο και αντιπαραγωγικό αναχρονισμό και ανταποκρίνονταν πλήρως στα δεδομένα της μεταπολιτευτικής περιόδου.

Παρόλα αυτά, όπως ήταν αναμενόμενο, η εφαρμογή του συγκεκριμένου νόμου-πλαισίου οδήγησε σταδιακά σε παραμορφώσεις και δημιούργησε πολλά λειτουργικά προβλήματα. Η διαδικασία επιλογής επιστημονικού προσωπικού, αλλά και η εκλογή πρυτάνεων και προέδρων στα διάφορα τμήματα, ήταν απ’ την αρχή ευάλωτη στον παραγοντισμό και -δοθέντος του χρόνου- διαμόρφωσε ένα εκτεταμένο δίκτυο ομαδοποιήσεων και πελατειακών σχέσεων που δεν είχαν προηγούμενο στα διεθνή ακαδημαϊκά χρονικά. Οι δημόσιες επενδύσεις χρησιμοποιήθηκαν από αυτές τις ομάδες με τρόπο που προκλητικά συνδύαζε τη σπατάλη με την ελλειπή υποστήριξη και τη στελέχωση βασικών υπηρεσιών. Και μέσα σ’ αυτό το κλίμα, τα όρια του αγοραίου και του ακαδημαϊκά επιτρεπτού έγιναν δυσδιάκριτα.

Τα εκφυλιστικά φαινόμενα έφτασαν στο αποκορύφωμά τους όταν προέκυψε η ανάγκη «εξωτερικής χρηματοδότησης» των ερευνητικών προγραμμάτων και των υποδομών. Δοθείσης της ευκαιρίας, τα πελατειακά δίκτυα των ελληνικών Πανεπιστημίων διασυνδέθηκαν τότε με τα δίκτυα της «υψηλής» ευρωπαϊκής γραφειοκρατίας και τις κερδοσκοπικές συμμορίες που λυμαίνονταν τις δημόσιες επενδύσεις, εδραιώνοντας ένα ιδιότυπο καθεστώς «πληβείων-πατρικίων» μέσα στα ανώτατατα εκπαιδευτικά ιδρύματα. Η κατάσταση όμως αυτή φαίνεται ότι περιείχε και τον σπόρο της αυτο-αναίρεσής της: Τα νέα κονδύλια προϋπέθεταν και προέβλεπαν σε κάποιο βαθμό μια μετρήσιμη πρόοδο στην επιστημονική παραγωγή, τόσο ποσοτική όσο και ποιοτική. Έφερναν τους Ευρωπαίους στην Ελλάδα και έστελναν τους Έλληνες πανεπιστημιακούς στα σώματα, τις επιτροπές και τα εργαστήρια των συνεργατών τους στην Ευρώπη. Καθιστούσαν όλους τους εμπλεκόμενους πολύ πιο οξυδερκείς στα οικονομικά της εκπαίδευσης και ανεδείκνυαν ανά πάσα στιγμή την υστέρηση σε υποδομές, χρηματοδότηση, επιχειρησιακά πλάνα και εξειδικευμένο προσωπικό που υπήρχε στην Ελλάδα.

Εν μέσω πελατειακών φαινομένων και χωρίς να υποχωρεί ο παραγοντισμός, στο ελληνικό Πανεπιστήμιο άρχισε λοιπόν να εμφανίζεται μια αντίρροπη «ροή»: Η τάση για την εισαγωγή αξιολογικών κριτηρίων και μέτρων ελέγχου της απόδοσης. Τέτοια μέτρα ανταποκρίνονταν καλύτερα στις προς τρίτους υποχρεώσεις και παράλληλα διέσωζαν τα προσχήματα, αφού το αίτημα για «αξιοκρατία» και χρηστή διοίκηση -που διατυπώνονταν από εκείνους που από θέση ή πεποίθηση είχαν τα χέρια τους «καθαρά»- είχε γίνει στο μεταξύ πιεστικό. Σ’ αυτή τη βάση, διάφορες -αυθεντικές ή κατ’ επίφαση- καθηγητικές ελίτ άρχισαν από τη δεκαετία του ’90 να διεκδικούν περισσότερες πρόνοιες στο θεσμικό πλαίσιο, που θα θωράκιζαν το Πανεπιστήμιο απέναντι στον απροκάλυπτο παραγοντισμό.

Με άλλα λόγια, η ίδια η ανάπτυξη του Πανεπιστημίου, όσο ασύμμετρη και στρεβλή κι αν ήταν, έσπρωχνε τα πράγματα προς μια κατεύθυνση αυτο-κάθαρσης και ανασυγκρότησης που θα μπορούσε, εάν βέβαια συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις, να ανατρέψει και το στρεβλό και το φαύλο της όλης διαδικασίας. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο γινόταν μάλιστα ακόμα πιο πιθανό αν συνυπολογίσει κανείς ότι το μεγαλύτερο ποσοστό των νέων μελών του προσωπικού διέθετε πια και διαχειριστική εμπειρία και επιστημονική επάρκεια, αλλά και ένα απόθεμα “ακαδημαϊκoύ ήθους» –που είχε προκύψει από τα «παθήματά» τους και τις πικρές εμπειρίες τους σε ένα καθεστώς αποκλεισμών και αυξανόμενης ευνοιοκρατίας.

Θα το πω πολύ λακωνικά: Αυτή η ευκαιρία για την ανανέωση και την πραγματική μεταρρύθμιση του ελληνικού Πανεπιστημίου πέρασε ανεκμετάλλευτη όταν η προγραμματική πρωτοβουλία που θάπρεπε να έχει αναλάβει το ίδιο το πανεπιστημιακό κίνημα, ιδιαίτερα μετά τη μεγάλη δυναμική που δημιουργήθηκε με τη μάχη του άρθρου 16, «υπεκλάπη» από τους νεοφιλελεύθερους του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ στο τέλος του ’90-μέσα του 2000: Όλα τα δυνάμει «οραματικά» στοιχεία για την ανανέωση του Πανεπιστημίου αντικαταστάθηκαν με τα αντίστοιχα ψευδώνυμά τους. Βροχή τα ιδεολογήματα περί «καινοτομίας», «ανταγωνιστικότητας», «αριστείας», «επιχειρηματικότητας», «απόδοσης», «λογοδοσίας», που είχαν μεν διακινηθεί από πριν, αλλά η κοινότητα τα αντιμετώπιζε με επιφύλαξη.

Πλήθος οι θεσμικές παρεμβάσεις, με αποκορύφωμα τους νόμους Γιαννάκου, Διαμαντοπούλου, Αρβανιτόπουλου, που μαζί με τα ξερά έκαιγαν και τα χλωρά (ή μάλλον κυρίως αυτά τα δεύτερα), με την κατάργηση του ασύλου (αντί να καταργηθεί το ιδιότυπο «άσυλο» της αυθαιρεσίας), την ανάθεση της διαχείρισης σε «μάνατζερ» και εξω-πανεπιστημιακά στελέχη (αντί να θεσπίζονται κανόνες πραγματικού και ουσιαστικού ελέγχου) και την άνευ προηγουμένου περιστολή της δημόσιας δαπάνης (που συνέπεσε με το μνημόνιο, αλλά ήταν ήδη δρομολογημένη από πολύ πιο πριν, στη λογική της ιδιωτικοποίησης του δημόσιου Πανεπιστημίου). Το «κερασάκι» σ’ αυτή τη νεοφιλελευθερη τούρτα ήταν οι πρόσφατες απολύσεις των διοικητικών υπαλλήλων και οι επερχόμενες απολύσεις διδακτικού-ερευνητικού προσωπικού μέσα στο 2014.

Αυτή η έφοδος του νεοφιλευθερισμού από τη μια πλευρά απειλεί με διάλυση το δημόσιο Πανεπιστήμιο και από την άλλη επιχειρεί να αφαιρέσει από το πανεπιστημιακό κίνημα κάθε προϋπόθεση για να αρθρώσει κάποτε έναν ριζοσπαστικό, προγραμματικό λόγο: Εν μέσω σφοδρών συγκρούσεων, η πιο αυτονόητη στάση είναι η άμυνα. Δηλαδή η υπεράσπιση των ζωτικής σημασίας όρων για την επιβίωση του Πανεπιστημίου, χωρίς αστερίσκους και επεξηγήσεις. Γιατί τη στιγμή που η κυβέρνηση απολύει το σύνολο των φυλάκων, των βιβλιοθηκονόμων ή των τεχνικών υποστήριξης δικτύων σε διάφορα Πανεπιστήμια, οποιαδήποτε απόπειρα αυτο-κάθαρσης θα ήταν όχι μόνο παρεξηγήσιμη, αλλά και καθαρά αυτοκτονική.

Επειδή η κυβέρνηση ειδικεύεται τελευταία στη «μαζική ψυχολογία» και χρησιμοποιεί ολοένα και περισσότερο τις μεθόδους του λεγόμενου «κοινωνικού αυτοματισμού», επισημαίνω εδώ ένα φαινόμενο αντίστοιχο αυτής της «αμυντικής αντίδρασης» που ανέφερα παραπάνω. Πολλά είδη ζώων (ανάμεσα σ’ αυτά και το περιούσιο είδος μας) όταν αντιμετωπίζουν κίνδυνο «επαπειλουμένου θανάτου» αναστέλλουν ή περιορίζουν στο ελάχιστο ορισμένες λειτουργίες τους (όπως η πέψη και η ούρηση) για να ενεργοποιήσουν στο μέγιστο συστήματα που θα τους επιτρέψουν είτε να μείνουν στη θέση τους και να παλέψουν μέχρις εσχάτων (fight), είτε να το βάλουν στα πόδια και να ξεφύγουν από τα νύχια του θηρευτή (flight).

Αν τα σαΐνια του υπουργείου υπολογίζουν ότι μέσω ενός παρόμοιου κοινωνικού ανακλαστικού θα εκμηδενίσουν κάθε αντίσταση και κάθε μελλοντική απόπειρα ανασυγκρότησης του δημόσιου Πανεπιστημίου, έχω να τους πω το εξής: Μπορεί το «shock και δέος» των επικοινωνιακών επιθέσεων, των εισαγγελικών παρεμβάσεων και των απολύσεων να τους εξυπηρετεί στην παρούσα φάση γιατί εκβιάζει μέχρι εκεί που δεν πάει αυτούς που θίγονται άμεσα, αποθαρρύνει κάθε ριζοσπαστική πρωτοβουλία και προκαλεί μια κάποιαν αμηχανία, ιδιαίτερα σε αυτούς που αντιστέκονται, αλλά ταυτόχρονα πιστεύουν ότι όντως υπάρχουν κακώς κείμενα που πρέπει να διορθωθούν. Ας έχουν όμως υπόψη ο κ. Αρβανιτόπουλος και οι επιτελείς του ότι η αντίδραση «fight or flight» έχει αβέβαιη έκβαση, γιατί σε μερικές φορές το υποψήφιο θύμα ανασυντάσσεται, αντιστέκεται και νικάει (ή τρώει) τον θύτη!

Του Σπύρου Γεωργάτου Πρόεδρος του Συλλόγου μελών ΔΕΠ Πανεπιστημίου Ιωαννίνων

------------------------------------
Πηγή: efsyn

Copyright © 2014-15 Απόψεις επώνυμα™ is a registered trademark.

Designed by Templateism. Hosted on Blogger Platform.