Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιάννης Τσίγκρας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιάννης Τσίγκρας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη, 23 Απριλίου 2014

'Έχεις δίκιο είναι ο Αλντεμπαράν' - Η τελευταία συλλογή ποιημάτων του Γιάννη Τσίγκρα

Τετάρτη, Απριλίου 23, 2014
"Έχεις δίκιο είναι ο Αλντεμπαράν" Η τελευταία συλλογή ποιημάτων του Γιάννη Τσίγκρα
Μετά τη τελευταία συλλογή διηγημάτων με τίτλο "ΕΝΑ ΒΙΟΥ ΜΑΣΤΕΡ ΧΩΡΙΣ ΧΙΟΝΑΤΗ ΚΑΙ ΝΑΝΟΥΣ", ο πολύ γνωστός κι αγαπητός βολιώτης συγγραφέας και ποιητής Γιάννης Τσίγκρας, προχώρησε σε δεύτερη αυτοέκδοση βιβλίου του, και συγεκριμένα της τελευταίας συλλογής ποιημάτων του, με τίτλο "Έχεις δίκιο είναι ο Αλντεμπαράν".
(Ο υποφαινόμενος τον βοήθησε μόνο -χωρίς προηγούμενη εμπειρία είναι η αλήθεια- στην στοιχειοθέτηση, εκτύπωση και δημοσίευση των βιβλίων).

Μάλιστα και το βιβλίο αυτό με τίτλο "Έχεις δίκιο είναι ο Αλντεμπαράν", το διαθέτει ο συγγραφέας ελεύθερα για κατέβασμα σε όλους από εδώ.

(Το βιβλίο με τίτλο "ΕΝΑ ΒΙΟΥ ΜΑΣΤΕΡ ΧΩΡΙΣ ΧΙΟΝΑΤΗ ΚΑΙ ΝΑΝΟΥΣ", μπορείτε επίσης να το κατεβάσετε από εδώ).

Σήμερα αναδημοσιεύω -έτσι για γνωριμία- 2 από τα 54 ποιήματα της συλλογής, από τα πολλά που μου άρεσαν ιδιαίτερα.
 (Αποστόλης Μωραϊτόπουλος 23/4/2014)


******** 

ΔΕΚΑΕΤΙΑ 50




Εκείνα τα χρόνια η φτώχεια  περίσσευε



Τη μαζεύαμε, λοιπόν, σε πιάτα
Και τη μοιράζαμε στους γείτονες

Η κυραΛένη τρία σαλιγκάρια στο πιάτο, για μας
Και μεις σκέτες πικραλήθρες για την κυρία Αρετή
Κι αυτή, ένα Χριστουγεννιάτικο  Δέντρο
Στολισμένο με βώλους, τυλιγμένους  με χρυσόχαρτα
Για να το βλέπει όλος ο κόσμος-το' κανε χωρίς  έπαρση.

Τα θερινά απογεύματα, οι γριούλες έγνεθαν ποκάρια απ' το
Γειτονικό εργοστάσιο του Τζήμα και οι νεότερες έπλεκαν
Πολύχρωμες, μ'αυτά, φανέλες,για όλα τα παιδιά της γειτονιάς.

Ένα βράδυ πέρασε απ' τη γειτονιά  μας ο Χριστός
Ζήτησε ένα ποτήρι νερό και του  το'φεραν με προθυμία.

Εκείνος ευλόγησε και χάθηκε στο δειλινό.

Από τότε η φτώχεια  μας έσπασε σε άπειρα κομμάτια
Έτσι  που χάθηκε ή τη συνηθίσαμε.


 
******** 

ΕΤΣΙ ΗΤΑΝ




Με το  ξεσκόνισμα τόσων βλεμμάτων

Τα πράγματα  χάνουν την ικμάδα
Του συναισθήματος-
Όπως στα παλιά κάδρα
Θέλεις να πεις  «ο καημένος ο παππούς»
Και σου βγαίνει ένα  « έτσι ήταν λοιπόν».


Χρειάζεται φειδώ  και το αγκάλιασμα.



 

Παρασκευή, 14 Φεβρουαρίου 2014

"ΕΝΑ ΒΙΟΥ ΜΑΣΤΕΡ ΧΩΡΙΣ ΧΙΟΝΑΤΗ ΚΑΙ ΝΑΝΟΥΣ" - Τελευταία συλλογή διηγημάτων Του Γιάννη Τσίγκρα

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 14, 2014

"ΕΝΑ ΒΙΟΥ ΜΑΣΤΕΡ ΧΩΡΙΣ ΧΙΟΝΑΤΗ ΚΑΙ ΝΑΝΟΥΣ" - Τελευταία συλλογή διηγημάτων Του Γιάννη Τσίγκρα
Η τελευταία συλλογή διηγημάτων του Γιάννη Τσίγκρα με τίτλο "ΕΝΑ ΒΙΟΥ ΜΑΣΤΕΡ ΧΩΡΙΣ ΧΙΟΝΑΤΗ ΚΑΙ ΝΑΝΟΥΣ", είναι από σήμερα γεγονός. Όσοι γνωρίζουν τον συμπολίτη μας συγγραφέα και ποιητή, γνωρίζουν την αυθεντικότητα, την -σχεδόν παιδική- ευαισθησία του και το τεράστιο ταλέντο του. Γι' αυτό όλοι, νομίζω, είμαστε ευγνώμονες, που μας προσφέρει τώρα την τελευταία του δουλειά.  

Μάλιστα το βιβλίο το διαθέτει ο συγγραφέας ελεύθερα για κατέβασμα σε όλους από εδώ.

Σήμερα αναδημοσιεύω -έτσι για γνωριμία- ένα από τα 19 διηγήματα της συλλογής, -από τα λίγα που πρόλαβα ήδη να διαβάσω- που μου άρεσε ιδιαίτερα, του οποίου τον τίτλο, δανείστηκε η συλλογή.
Επιφυλάσσομαι σε μεταγενέστερο χρόνο να κάνω την βιβλιοκριτική μου.
 (Αποστόλης Μωραϊτόπουλος 14/2/2014)


********
  
ΕΝΑ ΒΙΟΥ ΜΑΣΤΕΡ ΧΩΡΙΣ ΧΙΟΝΑΤΗ ΚΑΙ ΝΑΝΟΥΣ
                                                                              
-Στη δεκαετία του ’55 – ’65, η συνοικία Νεαπόλεως χωριζόταν σ’ ανατολικό και δυτικό τμήμα, από τη σιδηροδρομική γραμμή του μικρού τρένου, που κουβαλούσε κοκκινόχωμα, από τους πρόποδες της μαγούλας Παλατάκι, στο εργοστάσιο τουβλοκεραμοποιίας Τσαλαπάτα. Δέκα με δεκαπέντε βαγονέτα κωνικά και μια ατμομηχανή που χωρούσε ένα καρβουνισμένο πενηντάρη, ξερακιανό με περισσότερες της μιας ιδιότητες: μηχανοδηγός, ρυθμιστής της κυκλοφορίας στην οδό Λαρίσης, όταν μ’ ένα κόκκινο σημαιάκι κατέβαινε απ’ το όχημα του, σταματώντας ποδήλατα και μηχανάκια και φορτηγά που είχαν τη μούρη του δράκου με τον οποίο πολέμησε ο Μεγαλέξανδρος.


      -Κι ακόμη μπόγιας γίνονταν για μας, όσοι τρέχαμε πλάι, πηδούσαμε από βαγόνι σε βαγόνι ή, όλοι μαζί, τραβώντας από το τελευταίο σίδερο, σταματούσαμε το συρμό. Μας κυνηγούσε τότε με τη λαβίδα του υψωμένη, ασθμαίνοντας και βρίζοντας, ανάμεσα στα βούρλα και τ’ αλμυρίθια, εκεί στις ‘αλατιέρες’ ή ‘τηγανάκια’ – τα αρχαία έλη της Δημητριάδας. Τεράστια τετράγωνα επίπεδα, ορισμένα από νεραύλακες, άσπριζαν μετά την εξάτμιση του θαλασσινού νερού. Λίγα χρόνια πριν, γέμιζαν από αλατάδες που, ξύνοντας την επιφάνεια τους, συγκέντρωναν το φθηνό άρτυμα του, λιτού τότε, πιάτου σε μεγάλους σωρούς. Αργότερα, το ελληνικό μονοπώλιο σταμάτησε τη χρήση των χώρων και οι αλατιέρες μπαζώθηκαν από τα υλικά των γκρεμισμένων από τους σεισμούς σπιτιών. Ανάμεσα σε χώματα και τσιμέντα έβλεπες κορμούς φοινικιάς, προφυλακτήρες αυτοκινήτων, αετώματα και κόρες πήλινες, τετράγωνους πεσσούς. Ακρίδες με κόκκινα φτερά  τινάζονταν ψηλά, στις μικρές χειμερινές λακκούβες, οι γυρίνοι στριφογύριζαν. Από την δυτική πλευρά έρχονταν η μυρωδιά της κράμβης και του καμπίσιου χιονιού ως την Άνοιξη που γέμιζε ο τόπος παπαρούνες και ασφοδέλους.


      -Το σπίτι μας, χτισμένο στο σχέδιο Παρασκευόπουλου, με πολλά μικρά δωμάτια και σινάζια, με περισσότερο σίδερο και λιγότερο μπετόν, ήταν απ’ τα  πρώτα  που χτίσθηκαν στην περιοχή. Στο βάθος μιας μικρής αυλής με κυδωνιές, φτούρο και τριαντάφυλλα, είχαμε, καλού – κακού, στήσει και μια παράγκα. Οι τοίχοι, διπλή σειρά καλαμιών, άντεχαν περισσότερο από βαρύτερες κατασκευές στις δονήσεις. Ευτυχώς δεν χρειάσθηκε. Έγινε κατά καιρούς, αποθήκη σταριού, χοιροστάσιο, δωμάτιο ενοικιασμένο, αίθουσα ( για ένα δίμηνο) της α και β τάξης του περιφερόμενου 23ου Δημοτικού Σχολείου, αποθήκη χλωρίνης και εδωδίμων. Ο πατέρας είχε ανοίξει μπακάλικο. Διαμόρφωσε κατάλληλα ένα δωμάτιο του μεγάλου σπιτιού. Αριστερά στοιβαγμένα σακιά με όσπρια, δεξιά τα ράφια, κουτάκια με μπογιές, ελιές ξυδάτες,. Στον μεγάλο πάγκο, πίσω απ’ τον οποίο καθόταν συνήθως η μητέρα, η στραβή ζυγαριά με τα στρογγυλά βαρίδια της οκάς και των δραμιών. Απ’ το ταβάνι κρέμονταν μαύρες και αποτελεσματικές μυγοπαγίδες.



      -Η πρώτη χήνα ανέβηκε λίγο ψηλότερα, πέρασε πάνω από τους ταύρους, το ‘χούι’ αποφεύγοντας των εκδοροσφαγέων. Βοήθησε μ’ ένα πλατάγισμα  των φτερών της να φανερωθεί η φαλάκρα της Αντριάννας, την ώρα που έπλενε στη Μπουρμπουλήθρα, κοιλίτσες και ‘μπουμπάρια’. Η Αντριάννα είχε επιβάλει τον τραβεστισμό της σε ένα σινάφι ανδροπρεπέστατο. Μαύρο φόρεμα και κόκκινες γαλότσες, σε τριχωτές φορούσε γάμπες και την Κυριακή, στην εκκλησία, μελιτζανί ταγέρ. Την είχαν αποδεχθεί οι τρεις – τέσσερις πρώτες γειτόνισσες του Συνοικισμού Αναπήρων, έτσι επίσημα ονομάζονταν το ανατολικό τμήμα της Νεάπολης. Σχεδίαζε  τον τρόπο του κεντήματος τόσο καλά που ακόμη κι αν ξένιζε η νοηματική γλώσσα , επειδή κωφάλαλη εμφανίσθηκε και χάθηκε αργότερα, ακόμη κι αν δεν καταλάβαιναν τι ήθελε να πει, μιλώντας εκεί στις αυλές με τα ρόδινα και τα θαλασσιά αλμυρίθια, έπιαναν τη βελονιά. Και της πρόσφεραν κολοκυθόπιτα  με σαλιγκάρια τηγανητά ή – μια βροχερή σχόλη – άνοιγαν δίπλα της το παράθυρο, ενώ ανέπνεε ήρεμη στην κρηπίδα  και της χαμογελούσαν.
           

-Η δεύτερη χήνα πετούσε πιο αριστερά. ( Μετακίνησα το γήπεδο που βρίσκονταν μπροστά στου Γιακόπουλου το σπίτι, βορειοδυτικά, όπως ο Ελ Γκρέκο το νοσοκομείο του Τολέδο, για να φανεί το καφενείο του Τάκου).

                                                             
-…πάνω απ’ την αυλή του Αντώνη του Κυδωνιέως. Ο Αντώνης βαριεστημένα την κοίταξε, ύστερα συνέχισε ένα μονόλογο στον αέρα, διακοπτόμενος από τα σφυρίγματα  και τους βόγκους των αυτοκινήτων της Εθνικής Οδού, που περνούσε μπροστά από το σπίτι του. Συνήθως δεν μιλούσε παρά για το τέλος μιας ιστορίας που άρχισε στην παραλία της Σμύρνης με τον ίδιο τρόπο που άρχισαν  χιλιάδες ιστορίες προσφύγων και κατέληξε εδώ, στη βεραντούλα του μικρού σπιτιού, με μουσική υπόκρουση τα τραγούδια του γουρίλα του Καζαντζίδη που άκουγε με τις ώρες η χοντρο Ευθυμία η κόρη του, τραγούδια που τον ενοχλούσαν αφόρητα, όσο κι ο γείτονας του, ο Νίκος ο Παχής. Ο τελευταίος δεν τον ενοχλούσε απλώς, αφαιρούσε με μόνη την ύπαρξη του, την ελάχιστη ελευθερία  που απολάμβανε ο παραπληγικός πρώην τρόφιμος του Αναπλιού – αυτό είναι το μέσον της ιστορίας του. Στο Βόλο ο Αντώνης παντρεύτηκε κι έζησε ευτυχισμένα δεκαοχτώ χρόνια , έως το Ανοιξιάτικο πρωί του ’42, όταν γύρισε να πάρει το ναυτικό σκούφο, επειδή έκανε ψύχρα κι ανοίγοντας την πόρτα της κρεβατοκάμαρης, πρόλαβε να δει μια σκιά να χάνεται στο παράθυρο, έπειτα  άκουσε το τσάκισμα της ανθισμένης πασχαλιάς. Ότι ήταν Ιταλός το ‘μαθε αργότερα , το ίδιο βράδυ, λίγο πριν, κι αφού εκείνη του ομολόγησε τα πάντα, λίγο πριν αποφασίσει να σκουπίσει τον σουγιά που είχε για το μάτισμα του διχτυού πάνω στο κεντητό νυφικό τους σεντόνι, ν’ ακουμπήσει τη λάμα στη βάση του μηρού, να σπρώξει  και να τραβήξει προς τα πάνω ώσπου να φθάσει την καρδιά της.
      -Η χοντρο Ευθυμία ήταν το τρίτο παιδί από το δεύτερο γάμο  του με την τραυλή Ελένη κι ο Νίκος ο Παχής ο τιμωρός του άγγελος – επειδή, φθηνά τη γλίτωσε στις Αγροτικές Φυλακές  τα δύσκολα εκείνα χρόνια. Ψιλοφιγουρατζής  πηγαδάς ο γείτονας του Αντώνη, βοθροποιός, αλλά το τελευταίο δεν το ομολογούσε, με γυαλισμένο παπούτσι, λαϊκός, αισθηματίας κι ωραίος, στα νιάτα του άνδρας. Περνούσε το μικρό μονοπάτι, το παράλληλο με τον χάντακα όμβριων της Παλαιάς Εθνικής, δίμετρο, τότε, στο πλάτος, δρόμο που μ’ άσπρα αλεξήλια (παρασόλια), διέσχιζαν οι επιβάτες των κάρων τα Σαββατοκύριακα του καλοκαιριού, περνούσε απ’ το παράλληλο με τον χαμηλό τοίχο της αυλής του Αντώνη μονοπατάκι, κρατώντας πάντα στο μέσα χέρι, έτσι για να εντυπωσιάζει, ό,τι ωραίο κουβαλούσε στην κυρά : Μια σακούλα κορκάρι, ένα σίδερο σιδερώματος  μεταχειρισμένο, έτοιμο να δεχθεί μικρά αναμμένα κάρβουνα, ένα καρβέλι άσπρο ψωμί, τη σαμπρέλα που αγόρασε μια Πρωτοχρονιά για το ποδήλατο του γιου του. Εκείνο όμως που περισσότερο πείραξε τον Αντώνη ήταν η ιστορία με την τρίτη χήνα και τον Γεώργιο Παπανδρέου, τον ηγέτη της Ένωσης Κέντρου, όταν στα πλαίσια του Ανένδοτου, επισκέφθηκε τον Βόλο, μέσα σ’ ένα  μεγάλο ανοιχτό αυτοκίνητο του οποίου προπορεύονταν κι έπονταν ιππείς. Η συνοδεία πέρασε με μεγαλοπρέπεια την Εθνική Οδό, ο μισός Βόλος είδε το ίνδαλμα του και μόνο ο ριζωμένος στο σημείο αυτό Αντώνης δεν μπόρεσε να δει τίποτε, επειδή μέσα από το πλήθος που ανέμιζε σημαίες και φωτογραφίες πετάχτηκε ο Νίκος ο Παχής, ανεμίζοντας μια χήνα, τα φτερά της οποίας έκρυψαν, όχι μόνο τη μύτη του Γέρου της Δημοκρατίας αλλά και όλο το πλάνο.

      - ( Άλλαξα και τη μέρα διεξαγωγής του αγώνα παντρεμένων – ανύπαντρων, μπροστά στο καφενείο του Τάκου. Επειδή ναι μεν μπορούσαν ορισμένοι να αγνοήσουν τις Ώρες και τις σεμνές Ακολουθίες των μεγαλοεβδομαδιάτικων ημερών για το ματς, όμως κανένας, ακόμη και οι ΕΡΕτζήδες, δεν θα ‘χαναν τον θρίαμβο του Παπανδρέου. Εν πάσει περιπτώσει είναι πιο βολικό για μένα που αφηγούμαι).
αγαπητοί ακροατές, χρυσοζούζουνες κι απαλοί κλέφτες, γαιδουραγκαθ
      -Το τζουκ – μποξ να παίζει το ρολόι – κομπολόι, αγαπητοί ακροατές, χρυσοζούζουνες κι απαλοί κλέφτες, γαιδουραγκαθόσποροι, στιγματίζουν τον αέρα, καρδερινούλες  τερετίζουν. Οι φίλαθλοι στοιχηματίζουν έξω απ’ το καφενείο, δέκα στους ανύπαντρους, πέντε στους παντρεμένους. Οι ομάδες έχουν βγει στον αγωνιστικό χώρο ανάμεσα σε κότες, φουσκωμένες από τους εαρινούς ανέμους και σιδερόβεργες κάπου στη σέντρα. Ο Τάκος σέρβιρε αντσούγιες σε σωληνάρια και μισό δάχτυλο τσίπουρο. Οι καρέκλες  ήσαν όλες πιασμένες. Ακόμη και οι ποδηλάτες σταμάτησαν τη στιγμή που ο Σπυράκος, σπήκερ και διαιτητής, σφύριξε την έναρξη του αγώνα.

           
-Απόσπασμα από μπακαλοδέφτερο :
1.Νίκος Παχής εξωφλήθη,2. Κρεμμύδας βαμβάκι 0.30 δρχ.,3. Στατελιάν πετρέλαιο 5 δρχ., 4. Σπανός σύκα ξερά  0.50 δρχ., 5.Θεσσαλονικιός  (δυσανάγνωστο), 6.Αντώνης Κυδωνιώτης κονσέρβα (δυσανάγνωστο).

            -Η τέταρτη χήνα κραύγασε δέκα μέτρα πάνω απ’ το κεφάλι του Αποστόλη του Κρεμμύδα.. Ο τελευταίος αγόραζε απ’ το περίπτερο του Χρυσικού δυο ξυραφάκια ‘Αστορ’ και τα πέρασε κάτω από το πηλίκιο. Πλάι του ο πεθερός του Καραβασίλη, ο Άγιος, χωρίς εισαγωγικά και ακυριολεξίες, διάβαζε δυνατά και συλλαβίζοντας την εφημερίδα , πριν λίγο είχε κλείσει τη Γραφή: ‘ ΙΧ αυτοκίνητο έπεσε στη θάλασσα’.

                                               
-Ο Αναστασόπουλος έτριψε το πονεμένο του γόνατο, δεν είχε ματώσει. Στο πεζοδρόμιο ακούγονταν φωνές. Ένα βεγγαλικό, μάλλον αδέσποτο, επικύρωσε το ορθόν της απόφασης του διαιτητή. Η μπάλα στήθηκε στα 11 μέτρα . Όχι μέτρα, βήματα. Ο ίδιος ο Αναστασόπουλος πήρε φόρα.

                                                           
-Την ίδια στιγμή η Πλακαρού έκανε τσιπ, τσιπ, τσιπ και οι οχτώ χήνες της, κατά τη συνήθεια τους, έτρεξαν λίγο και πάνω απ΄ το μπαξέ του Σκαφίδα απογειώθηκαν. Πετούσαν χαμηλά ως το ανατολικό τέρμα του γηπέδου όπου διεξήγετο ο αγώνας.

           
-Ο Αναστασόπουλος φυσικά αστόχησε, η μπάλα φυσικά βρήκε το κέντρο του εσμού των πουλιών, οι χήνες τινάχθηκαν δεξιά κι αριστερά. Κάποια απ’ αυτές έπεσε στα πόδια του Νίκου του Παχή που κάθονταν μόνος του στην άκρη της ομάδας των φιλάθλων.
Την άρπαξε κι έτρεξε, χώθηκε στο πλήθος που ζητωκραύγαζε μακρύτερα.

-Οι πρώτοι μας πελάτες ήσαν οι γείτονες, τα σπίτια αραιά ξεφύτρωναν στις γωνιές τετραγώνων που όριζαν χαραγμένοι χωματόδρομοι. Και οι τσιγγάνοι που έρχονταν από τις όχθες του αρχαίου Ανάβρου, τώρα τον ονομάζουμε Ξηριά.

-Ο Αποστόλης ο Κρεμμύδας άνοιξε το ξυραφάκι, κάθισε σ’ ένα παλιό ρείθρο. Μάζεψε τα μανίκια του.

 - ( Και φυσικά δεν μπορώ παρά να περάσω τον μεγεθυντικό φακό ξανά πάνω στο παλιό δεφτέρι. Ποτέ μην έχετε την εντύπωση ότι όλοι οι αναγνώστες είναι, όσο εσείς, ασκημένοι)

-Απόσπασμα από μπακαλοδέφτερο: Κρεμμύδας : βαμβάκι 0.30 δρχ.


Τετάρτη, 13 Φεβρουαρίου 2013

ΤΟ ΧΑΝΙ ΤΟΥ ΤΑΝΑΓΙΑ -Του Γιάννη Τσίγκρα

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 13, 2013
Ο λόφος των Αγ. Θεοδώρων και το γήπεδο του Μαγνησιακού
ΤΟ ΧΑΝΙ ΤΟΥ ΤΑΝΑΓΙΑ
Ή
Η ΓΕΩΜΕΤΡΙΑ ΤΗΣ ΝΟΣΤΑΛΓΙΑΣ


(……με τους ανθισμένους ασφοδέλους.)

-Τότε στη θέση των αυτοκινήτων έτρεχαν οι ίσκιοι των εαρινών νεφών ή ,σαν τους ιπτάμενους δερβίσηδες, χόρευαν στρόβιλοι από άχυρα. Σούστες και ποδήλατα περνούσαν μπροστά από ηχηρά πεταλωτήρια και εδωδιμοπωλεία βελούδινης σιωπής. Η οδός Αλμυρού, η χαράσσουσα διαγωνίως το τουρκικό νεκροταφείο, μπροστά από το σταματημένο εργοστάσιο του «Φωταερίου», το κυκλοτερές ερείπιο, έστριβε προς τη συνοικία των Παλαιών. Χωματόδρομος που διασχίζαμε ξεκινώντας από το 9ο Δημοτικό Σχολείο και πηγαίνοντας στα καθησυχαστικά σπίτια μας.

(……. οικόπεδο με τους ανθισμένους ασφοδέλους.)


-Το Σχολείο, καλοσχεδιασμένο με τον τρόπο του Τζιόρτζιο ντε Κίρικο - ξύστε πρώτα καλά τα μολύβια σας-, λειτούργησε ώς το 1955, καιρό του μεγάλου σεισμού στο Βόλο, δυο- τρία χρόνια αργότερα από τότε που πετροχελίδονα, σαν τις εναπομείνασες στιγμές μας μαύρα, τινάζονταν από τα χάσματα και διόρθωναν τις χωρίστρες των μαλλιών μας. Εμείς υμνούσαμε με τον κύριο Ηλία Κώτση, τον βιολιστή, ως χοράρχη, την ‘‘πανώρια πολιτεία, νεράιδα του γιαλού, νυφούλα ζηλεμένη, του Παγασητικού’’. Πάνω βάραιναν μελανίτες πασπαλισμένοι με την αλευρόσκονη των σιλό του λιμανιού. Στα διαλείμματα παρηγορούσαμε τους πενθούντες συμμαθητές, κατοίκους του τσιγκομαχαλά - κάθε δεύτερη μέρα έπαιρναν από το μάθημα κάποιον κλαμένοι συγγενείς. Οι ταλαιπωρημένοι μικρασιάτες γονείς τους έφευγαν ένας- ένας αφού, μετά τον μαύρο ουρανό της Σμύρνης, τις υγρές πέτρινες κάμαρες με τη βαριά μυρουδιά του καπνού και τα τσαντίρια πλάι στα αβαθή υπήνεμα, έζησαν τη χαρά ενός δικού τους σπιτιού , έστω φτιαγμένου από λαμαρίνες και κόντρα πλακέ.

(….. στο οικόπεδο με τους ανθισμένους ασφοδέλους.)

-Στο δρόμο από το σχολείο για το σπίτι περνούσαμε επίτηδες, μεγαλώνοντας την απόσταση, μπροστά από το φασουλάδικο του Τανάγια. Ένα παλιό χάνι με άχρηστους χαλκάδες ν’ ακουμπούν πάνω στον κόκκινο τοίχο. Περνούσαμε επίτηδες για να μιαν οσφραντική εμπειρία , να ζήσουμε μία προεισαγωγή στο αχνιστό πιάτο που μας περίμενε στο σπίτι. Σαλιγκάρια τηγανιτά που μάζεψε η κυρα Λένη απ’ την μαγούλα με τα θυμάρια και τις φραγκοσυκιές, χόρτα από τα χωράφια του Τζαχρή που μάζεψε η μητέρα και αντέδωκε (σκεπασμένο πιάτο μη ζηλέψουν οι γειτόνισσες), όσπρια με μαύρο ψωμί. Καπνισμένα από το πετρέλαιο γκαζιέρας ΚΟΡΜΠΑ. Και το μισόκιλο, στην άκρη του τραπεζιού, του πατέρα σφραγισμένη ρετσίνα. «Αχ, το κρασί ξεχάσαμε» έλεγαν καθημερινά κι ο πατέρας «θα φτύσω και έφτασες…». Περίμεναν και τη ρέγκα που είχε επίσης ξεχαστεί. Αλλά στις γωνιές μας σταματούσαν οι μάγκες και μας καλόπιαναν –είχαμε χορτάσει άλλωστε με τη μυρουδιά στου Τανάγια- και μας ζητούσαν ν’ αγοράσουμε, στα δέκα μας τόσο αθώοι, ‘‘ ένα πενηνταράκι σηκοβάρα’’.

(… και συμπληρώνει με μαρκαδόρο:…. στο οικόπεδο με τους ανθισμένους ασφοδέλους.)


-Η με το σαγόνι ενωμένο με τη μύτη κι ένα χνουδωτό ημιμύστακα, γριά Άννα η κατσικού, έδενε τον τράγο της σ’ έναν από τους κρίκους στο χάνι του Τανάγια. Στο διπλανό κρίκο κοιτούσε ηλίθια η ξένη γίδα . Άφηνε το σχοινί λίγο- λίγο ως τη συντέλεση του γεγονότος που της απέφερε ένα δίφραγκο. Η ταρίφα για ένα ζευγάρωμα. Η Άννα, που και μάγισσα τη φωνάζαμε, εννοώντας το, ιδιαίτερα όταν μας κυνηγούσε, έμενε στο ερειπωμένο «Φωταέριο».

(…… Πλησιάζει και συμπληρώνει με μαρκαδόρο:…στο οικόπεδο με τους ανθισμένους ασφοδέλους.)

-Τρέξαμε στη θάλασσα με κομμένες κουβέντες. Η Βάσω ( ή Διοτίμα) με τις μακριές κοτσίδες μου έλεγε για το δάσκαλο και τα παιδιά. Θα’ χαν ανακαλύψει τη φυγή μας. Στα ρουθούνια μας πένθιμη μπουκαδούρα. Περάσαμε πλάι στη θολή, χωρίς ναυτίλους, θάλασσα. Μέσα από την παραγκούπολη, σπρώχνοντας απλωμένα εσώρουχα, ακουμπώντας σε καρότσια γεμάτα χαρτόκουτα, φτάσαμε στο «Φωταέριο». Την ροτόντα που κάποτε δούλεψε για τον φωτισμό της πόλης με γκαζοφάναρα.. Μπροστά στο έρημο κτίσμα στέκονταν η Άννα και ένας γέρος. Πιο πέρα ο τράγος τέντωνε το σχοινί βελάζοντας προς ένα αδιάφορο κατσικάκι. ‘‘Παντρευτήκαμε χτες’’ δικαιολογήθηκε η μάγισσα. Ξαφνικά ο τράγος έσπασε τα δεσμά του. Η Βάσω ( ή Διοτίμα) μου έσφιξε το χέρι .

(……Ένα ερείπιο το χάνι του Τανάγια. Αντί για φασολάδα μυρίζει πλέον υγρασία και φόβο. Τα φαντάσματα αρχαίων αλογοκεφαλών αναβοσβήνουν στα παράθυρα. Στην ξύλινη πόρτα υπάρχει κρεμασμένη μια ταμπέλα: « Βρίσκομαι απέναντι». Εκείνος πλησιάζει και συμπληρώνει με μαρκαδόρο: ….στο οικόπεδο με τους ανθισμένους ασφοδέλους.)


----------------------------------------------------------------------------------
Αναδημοσίευση από την Ιστοσελίδα του συμμαθητή και φίλου μου Γιάννη Τσίγκρα

Copyright © 2014-15 Απόψεις επώνυμα™ is a registered trademark.

Designed by Templateism. Hosted on Blogger Platform.