Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νίκος Αραπάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νίκος Αραπάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη, 26 Φεβρουαρίου 2015

Σχεδιάζοντας το μέλλον - Από τον Νίκο Αραπάκη

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 26, 2015
Είμαι απ’ αυτούς που πίστευαν, και πιστεύουν, ότι η πολιτική δεν μπορεί να διεξάγεται με μανιχαϊστικούς όρους. Το δίπολο καλοί-κακοί δεν μπορεί να έχει εφαρμογή στην πολιτική. Σχεδόν όλοι όσοι καταθέτουν τις απόψεις τους στο στίβο της πολιτικής έχουν κάποιες προτάσεις από τις οποίες, ακόμη κι αν δεν είναι χρήσιμες στην ολότητά τους, μπορείς να πάρεις πράγματα. Η απόλυτη αλήθεια, στην πραγματικότητα, είναι ένα κράμα των επιμέρους αληθειών. Και δεν έχει καμία σημασία αν η αλήθεια του ενός επιβεβαιώνεται κατά 90% και του άλλου κατά 10%. Ακόμη κι έτσι, το γενικό συμπέρασμα δεν αλλάζει.

Έκανα αυτή τη μικρή εισαγωγή για να πω ότι η υιοθέτηση από μέρους της κυβέρνησης μεγάλου μέρους των μνημονίων δεν με βρίσκει αντίθετο επί της αρχής. Σαφώς και είχαν κάποια χρήσιμα μέτρα τα μνημόνια που μας επέβαλλαν. Το θέμα είναι λοιπόν να εντοπίσουμε ποια είναι αυτά. Και πάνω απ’ όλα να βρούμε ποια είναι αυτά που συνάδουν με τη γενικότερη κοσμοθεωρία μας. Διότι το ζητούμενο δεν είναι μόνο να εντοπίσουμε το πρόβλημα, το οποίο στην περίπτωσή μας είναι σαφές, αλλά το πώς θα το αντιμετωπίσουμε χωρίς να εξολοθρεύσουμε την κοινωνία και να παρεκκλίνουμε από τις αρχές μας.

Η ελληνική δημόσια διοίκηση είναι δυσλειτουργική. Κι αυτό δεν χρειάζεται να έχει διαβάσει κάποιος τις σχετικές έρευνες για να το διαπιστώσει. Η καθημερινή επαφή με τις πάσης φύσεως δημόσιες υπηρεσίες φτάνει και περισσεύει για να καταλήξει κάποιος σε αυτό το συμπέρασμα. Άρα χρειάζεται αναμόρφωση. Αυτό που μένει να απαντηθεί είναι το πώς. Πώς, δηλαδή, θα καταφέρουμε να κάνουμε καλύτερο το δημόσιο, χωρίς, βεβαίως, να ξεπαστρέψουμε τους δημοσίους υπαλλήλους αλλά και χωρίς να θυσιάσουμε την εξυπηρέτηση του πολίτη προς όφελος μιας ομάδας εργαζομένων. Εύκολο δεν είναι, αλλά ούτε και αδύνατο.

Η νεοφιλελεύθερη λογική αυτών που μας επέβαλλαν τα μνημόνια έλεγε ότι η θεραπεία θα έρθει μέσω της συρρίκνωσης. Ενώ όλες οι έρευνες συμφωνούν ότι το πρόβλημα δεν είναι το μέγεθος του δημόσιου τομέα αλλά ο τρόπος λειτουργίας του, κάποιοι, αφενός για να εξυπηρετήσουν τις ιδεολογικές εμμονές τους, αφετέρου διότι έπρεπε να περισσέψουν χρήματα για να ξεπληρωθούν τα δάνεια, επέλεξαν ως μέσο θεραπείας της αθρόες απολύσεις και τη δραματική μείωση των απολαβών. Κάπως έτσι άρχισαν να κλείνουν νοσοκομεία, σχολεία και διάφορες άλλες υπηρεσίες. Βελτιώθηκε η κατάσταση; Αστεία πράγματα. Τα πράγματα έγιναν πολύ χειρότερα. Και πώς θα μπορούσε να γίνει αλλιώς; Μόνο ένας αποκομμένος από την ελληνική πραγματικότητα θα πίστευε πως οι αθρόες απολύσεις υπαλλήλων και η μείωση των μισθών θα μπορούσαν να είναι η απάντηση στο πρόβλημα.

Υπάρχει άλλη λύση; Ναι, κατά την εκτίμησή μου, υπάρχει. Θα πρέπει να βρούμε τη χρυσή τομή ώστε το δημόσιο και να μην απασχολεί ανθρώπους που δεν τους χρειάζεται ή πιστεύουν ότι δημόσιος υπάλληλος σημαίνει «τα ξύνω και πληρώνομαι», αλλά και να δίνει κίνητρο σε αυτούς που είναι συνεπείς ώστε να επιβραβεύει την εντιμότητα και την εργατικότητά τους. Τώρα, με ποιο τρόπο θα γίνει αυτό, θα το βρουν οι υπεύθυνοι. Πάντως, το συμπέρασμα είναι ένα: ο δημόσιος τομέας (και όχι μόνο) χρειάζεται επανασχεδιασμό.

Μέχρι λίγο πριν το τέλος της δεκαετίας του ’50 πολλοί οικονομολόγοι, θεωρούσαν το σοσιαλιστικό οικονομικό μοντέλο πιο επιτυχημένο. Οι ρυθμοί ανάπτυξης αλλά και η δυναμική που εμφάνιζε έπειθαν ότι θα επικρατήσει στο μέλλον. Η συνέχεια δεν επιβεβαίωσε τις προβλέψεις. Γιατί; Διότι το επιτυχημένο σοσιαλιστικό μοντέλο δεν κατάφερε να εξελιχθεί, να γίνει καλύτερο, να ενσωματώσει τις αναγκαίες αλλαγές σε έναν κόσμο που άλλαζε καθημερινά ώστε να συνεχίσει να είναι ανταγωνιστικό.

Μεταρρύθμιση, αυτή είναι η λέξη κλειδί. Το σοβιετικό οικονομικό μοντέλο απέτυχε να μεταρρυθμιστεί και κατέρρευσε. Η οικονομία είναι κάτι ζωντανό, ζει, κινείται, αλλάζει, μεταμορφώνεται.  Κι όποιος θέλει να επιβιώσει στον σκληρό κόσμο της οικονομίας πρέπει να προσαρμόζεται καθημερινά. Άρα, η μεταρρύθμιση, μολονότι τα χρόνια της κρίσης, ως έννοια, κακοποιήθηκε όσο ποτέ, όχι μόνο δεν έχει αρνητική χροιά, αλλά είναι κάτι άκρως απαραίτητο. Αυτό που μένει να διευκρινιστεί είναι τι εννοούμε με τη λέξη μεταρρύθμιση. Διότι εδώ προσπάθησαν να μας πείσουν ότι μεταρρύθμιση είναι η εξαθλίωση. Όσο κόβουμε μισθούς, συντάξεις, συρρικνώνουμε το κράτος τότε βρισκόμαστε στο σωστό μεταρρυθμιστικό δρόμο.

Η έννοια της μεταρρύθμισης, που στην πραγματικότητα σημαίνει αλλαγή προς το καλύτερο και όχι διάλυση και καταστροφή, πρέπει να επανακτηθεί από την αριστερά. Πρέπει να την κάνει κτήμα της, να πείσει τον κόσμο ότι οι αλλαγές που θα φέρουν οι μεταρρυθμίσεις θα είναι προς όφελος των πολλών. Είναι λάθος να χαρίζουμε αυτή την τόσο σημαντική έννοια σε ανθρώπους που είναι συντηρητικοί, αλλεργικοί σε οποιαδήποτε αλλαγή δεν εξυπηρετεί τους έχοντες και κατέχοντες. Όπως ήταν λάθος η παραχώρηση της πατρίδας και του πατριωτισμού, στο όνομα ενός γενικόλογου διεθνισμού, στη δεξιά, και δη την άκρα. Αλλά αυτή είναι μια άλλη συζήτηση…

Αυτό, λοιπόν, που μένει να απαντηθεί είναι «ποιες μεταρρυθμίσεις;». Διότι είναι αυτονόητο πως η αλλαγή από μόνη της δεν συνιστά σώνει και καλά μεταρρύθμιση. Υπάρχει αλλαγή προς το καλύτερο αλλά και προς το χειρότερο. Ευθύνη της κυβέρνησης είναι να βρει, και να εφαρμόσει, τις αλλαγές που θα βοηθούν την κοινωνία και δεν θα την εξολοθρεύουν. Κι αυτό, βέβαια, δεν μπορεί παρά να έχει σαφές ιδεολογικό πρόσημο. Κι όταν λέω ιδεολογικό πρόσημο, εννοώ πως δεν μπορεί μια αριστερή κυβέρνηση να υιοθετήσει μεταρρυθμίσεις οι οποίες, ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι θα διορθώσουν την κατάσταση στο βάθος του χρόνου, θα σπείρουν τη δυστυχία και την εξαθλίωση.

Κάτι σαν κι αυτό που γινόταν μέχρι τώρα δηλαδή. Κόμπαζαν για τα πλεονάσματα, ενώ την ίδια ώρα η κοινωνία είχε ισοπεδωθεί. Μολονότι ζούμε σε μια εποχή στην οποία κανείς δεν μπορεί να παρακάμψει τους αριθμούς, έχουμε τη δυνατότητα να θέτουμε προτεραιότητες. Το γνωστό, και ιδιαίτερα απεχθές στο μπλοκ της «κοινής λογικής», οι άνθρωποι πάνω από τους αριθμούς.

Με αφορμή αυτό, μας δίνεται η δυνατότητα να ανοίξουμε ένα διάλογο για το ποια κοινωνία θέλουμε να χτίσουμε επάνω στα ερείπια της τωρινής. Να θέσουμε δηλαδή βασικά ερωτήματα, όπως, αν η υλική ευημερία είναι το άπαν. Αν, δηλαδή, προς χάριν της υλικής ευημερίας θα θυσιάσουμε δικαιώματα τα οποία αποκτήθηκαν με κόπο και με αίμα. Θέλουμε, δηλαδή, να ζούμε σε μια κοινωνία η οποία δεν θα έχει εργασιακές σχέσεις; Ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι η κατάργηση των εργασιακών σχέσεων θα βοηθήσει στην παραγωγή επιπλέον πλούτου, θέλουμε ο εργαζόμενος να είναι εντελώς αναλώσιμος;

Να μπορεί το αφεντικό να μας απολύει όποια ώρα θέλει χωρίς να δικαιούμαστε την παραμικρή αποζημίωση; Θέλουμε να ισοπεδώνουμε αρχέγονα δάση, πανέμορφες παραλίες για να τις κάνουμε ευρώ; Θέλουμε, προς χάριν των ισοσκελισμένων οικονομικών, μια κοινωνία μεγάλο μέρος της οποίας θα ζει στο περιθώριο; Θέλουμε το κοινωνικό κράτος να αντικατασταθεί από τη φιλανθρωπία του ΣΚΑΙ και της Μαριάννας Βαρδινογιάννη;

Αυτά και πολλά άλλα θα κληθούμε να απαντήσουμε στο επόμενο διάστημα. Κι η απάντηση σε πολλά από αυτά τα ερωτήματα έχει μια και μόνο απάντηση: μεταρρύθμιση. Αλλά, για να μην παρεξηγηθούμε, μεταρρύθμιση σχεδιασμένη για να εξυπηρετεί τους πολλούς και όχι για να ευημερούν οι αριθμοί και κάποιοι ελάχιστοι.

---------------------

Τρίτη, 30 Δεκεμβρίου 2014

Και τώρα η σειρά μας! - του Νίκου Αραπάκη

Τρίτη, Δεκεμβρίου 30, 2014
Και τώρα η σειρά μας! - του Νίκου Αραπάκη
Αξιοπρέπεια, χρήματα, δουλειές, όλα εξαφανίστηκαν. Όμως, δεν τα υπολογίσατε καλά…

Πέντε χρόνια τρομοκρατία, εξευτελισμούς, απειλές, φτώχεια, εξαθλίωση. Πέντε χρόνια τώρα μας γεμίζετε με ενοχές: είσαι τεμπέλης, ανεπρόκοπος, εσύ φταις που είσαι άνεργος, που έκλεισες την επιχείρησή σου, που θα σου πάρουν το σπίτι, που δεν μπορείς να πας ούτε ένα κουτί γάλα στα παιδιά σου. Εσύ που δεν πήρες απόδειξη από την τυρόπιτα, που πέρασες το φανάρι με κόκκινο, που ήθελες να πηγαίνεις διακοπές με δανεικά λεφτά. Κι ας μην είχες ποτέ τη δυνατότητα για σπατάλες, κι ας πήγαινες διακοπές μόνο στο χωριό σου. Φταις. Γιατί; Διότι στο λένε αυτοί.

Κι αν έκανες το λάθος να πεις ότι κάτι δεν πάει καλά, ότι αυτά που μας επιβάλλουν μας οδηγούν στο χάος, η απάντηση έτοιμη: είσαι ψεκασμένος, γραφικός, αγράμματος και χίλια δυο άλλα. Εν τω μεταξύ, η κατάσταση γινόταν ολοένα και χειρότερη. Εσείς τα ίδια και τα ίδια: οι μεταρρυθμίσεις δεν εφαρμόστηκαν, θυσιάζεστε, κι ας μην το καταλαβαίνετε τώρα, για το καλό σας, σε λίγο βγαίνουμε από το τούνελ. Πέρασε ένα τέρμινο, δυο, τρία… σαράντα, και φως δεν είδαμε. Σκοτάδι απόλυτο.

Κι ενώ εμείς ήμασταν ζαλισμένοι από τα απανωτά χαστούκια, εσείς συνεχίσατε να δίνετε εκατομμύρια στους απατεώνες, που μας έφθασαν εδώ που είμαστε σήμερα. Τόσα ο ΔΟΛ, τόσα το MEGA, τόσα ο ΑΝΤ1. Κι άλλα τόσα στα κόμματα της σήψης και της παρακμής.  Και πάνω απ’ όλα, δισεκατομμύρια στις τράπεζες. Στους Σάλλες, στους Λάτσηδες, στους Κωστόπουλους. Δεν σας περίσσεψε ούτε ένα ψίχουλο για τους φτωχούς, γι’ αυτούς που δεν έχουν ρεύμα, σπίτι, δουλειά. Όλα για τις τράπεζες…

Φοβηθήκαμε, είναι η αλήθεια. Όλοι κάτι είχαμε να χάσουμε. Άλλος μια κακοπληρωμένη δουλειά, άλλος λίγες οικονομίες, άλλος μια επιχείρηση που έφτυσε αίμα για να τη στήσει. Και κάναμε υπομονή. Κι αν έχουν δίκιο αυτοί; Κι αν όσα μας λένε είναι αλήθεια; Κι αν, όταν έρθει ο ΣΥΡΙΖΑ, χάσουμε κι αυτά τα λίγα;

Πέρασε ο καιρός. Πέντε χρόνια για την ακρίβεια. Οι δουλειές, κακοπληρωμένες ή καλοπληρωμένες, εξαφανίστηκαν. Το ίδιο και οι ελάχιστες οικονομίες μας. Τις επιχειρήσεις τις κλείσαμε. Τα σπίτια μας τα δώσατε βορά στα όρνεα του διεθνούς χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου. Και τώρα;

Και τώρα δεν έχουμε τίποτα να χάσουμε. Αξιοπρέπεια, χρήματα, δουλειές, όλα εξαφανίστηκαν. Όμως, δεν τα υπολογίσατε καλά. Ή, ίσως, να μην μπορούσατε να κάνετε αλλιώς. Σε κάθε περίπτωση, οφείλω να σας ενημερώσω ότι μαζί με όλα τα υπόλοιπα εξαφανίστηκε κι ο φόβος. Όχι καθ’ ολοκληρία, όχι από όλους, αλλά όσος έχει απομείνει δεν δύναται να τρομάξει παρά ελάχιστους, αυτούς που είναι γεννημένοι για να φοβούνται. Αλλά αυτοί είναι λίγοι, δεν σας φτάνουν.  Οι πολλοί αγανάκτησαν, τους τελείωσε και η υπομονή και ο φόβος. Τι να φοβηθεί ο άνεργος, ο άστεγος, ο πεινασμένος, αυτός που κοιμάται σε ένα σπίτι χωρίς ρεύμα, αυτός που περιμένει από ώρα σε ώρα τον κλητήρα για να του πάρει το σπίτι;

Μετάλλαξε ο φόβος σε οργή. Ξέρω, δεν το πιστεύετε, αλλά έτσι έχουν τα πράγματα. Κατά βάθος το ξέρετε κι εσείς ότι έχω δίκιο, αλλά δεν μπορείτε να κάνετε αλλιώς. Υπηρετήσατε, με τον πιο χυδαίο τρόπο, αυτούς που μας οδήγησαν στην εξαθλίωση. Πώς να αλλάξετε τώρα στο τέλος; Αδύνατον. Κι όλα αυτά για λίγες ημέρες εξουσίας ακόμη, για μερικούς παχυλούς μισθούς και, το κυριότερο, επειδή φοβηθήκατε, όχι άδικα, ότι πολλοί από εσάς μπορεί να οδηγηθούν σε… οίκημα με κάγκελα.

Ήρθε η ώρα να εισπράξετε αυτό που σας αξίζει. Το ποιο ακριβώς είναι αυτό, θα το αποφασίσει ο λαός. Σε λίγες μέρες θα ξέρουμε. Πάντως, όσον με αφορά, την απόφασή μου την έχω βγάλει: Άντε γαμηθείτε. Σιχαμένοι.

του Νίκου Αραπάκη

------------------

Τρίτη, 9 Δεκεμβρίου 2014

Μια Μέρα με τον Χρόνη - Του Νίκου Αραπάκη

Τρίτη, Δεκεμβρίου 09, 2014
Μια Μέρα με τον Χρόνη - Του Νίκου Αραπάκη
Πριν λίγα χρόνια, με τη συμβολή μιας φίλης δημοσιογράφου, της Κρυσταλίας Πατούλη, είχα συναντήσει τον Χρόνη Μίσσιο.  Όνειρο ζωής –και δεν είναι υπερβολή. Απ’ όταν διάβασα το «εσύ σκοτώθηκες νωρίς» και το «χαμογέλα ρε, τι σου ζητάνε» ήθελα να τον γνωρίσω. Βέβαια τότε, περισσότερα από 20 χρόνια πριν, αυτό ήταν κάτι σαν όνειρο θερινής νυκτός. Να, όμως, που η ζωή τα έφερε έτσι και το όνειρο έγινε πραγματικότητα.

Αφορμή στάθηκε μια εκδήλωση του δήμου όπου κατοικώ, και στην οποία εκδήλωση θέλαμε να συμμετάσχει και να μιλήσει ο Χρόνης. Δεν δέχθηκε, τελικά. Κυρίως διότι τα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε τα τελευταία χρόνια δεν του επέτρεπαν να κάνει πολλά πράγματα. Δέχθηκε όμως να τον δούμε για λίγες ώρες και να συζητήσουμε.

Αυτή την ολιγόωρη συνάντηση θα προσπαθήσω να διηγηθώ. Όχι γιατί συνέβησαν ή μας είπε φοβερά και τρομερά πράγματα. Ο Χρόνης ήταν ανοιχτό βιβλίο, όταν είχε να πει κάτι το έλεγε δημόσια και δεν κρυβόταν. Απλώς, νομίζω ότι έχει αξία να επαναλάβω μερικά απ’ όσα υποστήριζε, τον τρόπο που σκεφτόταν, ψήγματα της νοοτροπίας του.

Για να είμαι ειλικρινής, είχα σκεφθεί να κάνω κάτι ανάλογο όταν έκλεισε ένας χρόνος αφότου έφυγε από τη ζωή. Το μετάνιωσα κατευθείαν. Ένιωσα ότι θα γίνω σαν τις εφημερίδες που, πριν προλάβει να κλείσει τα μάτια του ο καλλιτέχνης, μοιράζουν τα τραγούδια του, τα βιβλία του κλπ. Κι έτσι το ζήτημα πήρε παράταση. Τώρα όμως, δυο χρόνια μετά το χαμό του, νομίζω ότι είναι μια καλή στιγμή. Αρκετά κοντά, αρκετά μακριά. Επίσης, να σημειώσω ότι, επειδή η μνήμη μου δεν είναι το πιο δυνατό σημείο μου, είναι πιθανό κάποια από όσα θα γράψω να μην είναι απολύτως ακριβή. Όμως, θέλω να πιστεύω ότι ακόμη κι αν κάποια από αυτά που θα γράψω δεν είναι πιστή αντιγραφή των όσων μου είπε, δεν θα τον έχω παρερμηνεύσει. Κι αν κάπου κάνω λάθος, αν μας βλέπει από εκεί ψηλά, ελπίζω στην επιείκειά του.

Τέλη Μάιου 2011. Ένα κυριακάτικο πρωινό, ηλιόλουστο, πήραμε, εγώ και η Μαρία, το δρόμο για το Καπανδρίτι, το μέρος όπου ο Χρόνης ζούσε τα τελευταία αρκετά χρόνια.  Μολονότι ταλαιπωρηθήκαμε λίγο (το σπίτι είναι έξω από οικισμό, απομονωμένο), ρωτώντας δεξιά και αριστερά το βρήκαμε. Μεμιάς ζηλέψαμε το σπίτι του. Όχι γιατί ήταν κάποια βίλα περιωπής, αλλά για το μέρος: καταπράσινο, το σπίτι ζωσμένο από δέντρα και φυτά κάθε λογής. Και ζώα, γάτες, σκυλιά να περιφέρονται εντός της περιφραγμένης έκτασης.

Η σύζυγος του Χρόνη, μια γλυκύτατη γυναίκα με πανέμορφα γαλάζια μάτια, η κυρία Ρηνιώ, μας υποδέχθηκε και μας πέρασε μέσα. Λιτό σπίτι, αλλά πολύ όμορφο, όπως ακριβώς ταιριάζει σε ένα εξοχικό φτιαγμένο με γούστο και μεράκι. Ο Χρόνης καθόταν σε μια γωνιά και έγραφε. Σηκώθηκε, μας καλωσόρισε, και μας ρώτησε αν θέλουμε καφέ. Απαντήσαμε καταφατικά. Η κυρά-Ρηνιώ και η Μαρία πήγαν να φτιάξουν καφέ. Κατευθείαν άφησα επάνω στο γραφείο τα τρία βιβλία του που είχα φέρει μαζί μου για να μου τα υπογράψει (γιατί έφερα τρία βιβλία και όχι ένα, είναι κάτι που ακόμη το ψάχνω). Δυσανασχέτησε: «πολλά είναι. Ώρες θα πρέπει να σκέφτομαι για το τι θα σου γράψω». Τον καθησυχάζω: «Δεν χρειάζεται να αγχώνεστε, το όνομα και η υπογραφή φθάνουν και περισσεύουν». «Στον ενικό», μου λέει, κι αφού παίρνει τα βιβλία σκύβει επάνω τους κι αρχίζει να σκέφτεται τις αφιερώσεις.

Ενόσω έγραφε άρχισα να σκέφτομαι τη σειρά των ερωτήσεων που θα του κάνω. Είχα, βέβαια, φτιάξει ένα σχέδιο στο μυαλό μου, αλλά εκείνη την ώρα είχε καταρρεύσει, σαν να μην είχα σκεφθεί το παραμικρό. Ευτυχώς, όσο δυσκολεύτηκα εγώ να βάλω σε μια τάξη το μυαλό μου, άλλο τόσο δυσκολεύτηκε και αυτός με τις αφιερώσεις. Ήθελε να είναι κάτι πρωτότυπο, πιο προσωπικό και όχι μια «ξύλινη» αφιέρωση που απλώς θα διεκπεραίωνε την υποχρέωση.

Μας έφεραν δυο κούπες με καφέ και χωριστήκαμε. Η Μαρία με την κυρά-Ρηνιώ στο τραπέζι της κουζίνας, εγώ με τον Χρόνη στο γραφείο του. Κατευθείαν άρχισα τις ερωτήσεις. «Γράφεις κάτι τώρα;». Κάτι έγραφε, αλλά δεν ήθελε να μου πει πολλά πράγματα (πολύ θα ήθελα να μάθω εάν το τελείωσε). Κατόπιν άρχισα να τον ρωτάω για τα προηγούμενα βιβλία του. Πώς αποφάσισε να γράψει, αν περίμενε την τόση επιτυχία, αν το γράψιμο άλλαξε τη ζωή του;

Αρχίσαμε, αμφότεροι, να χαλαρώνουμε. Η επιφυλακτικότητα αντικαθιστούταν αργά αλλά σταθερά από μια συζήτηση χαλαρή, χωρίς το φόβο πως κάτι απ’ όσα είπες ή θα πεις θα παρεξηγηθεί. Κάποια στιγμή τον ρωτάω για τα χρήματα που εισέπραξε από τα βιβλία του. Με δεδομένο πως ήταν αρκετές εκατοντάδες χιλιάδες τα αντίτυπα που πουλήθηκαν, και τα χρήματα θα ήταν ανάλογα. Ποτέ δεν τον ενδιέφεραν τα χρήματα. Έτσι μου απάντησε. Πήρε βέβαια κάτι ψιλά, αλλά όχι σπουδαία πράματα. Άλλοι έχτισαν σπίτια απ’ τα βιβλία του… Αλλά δεν τον πείραξε. Έγραφε διότι αισθανόταν την ανάγκη να το κάνει και όχι για τα χρήματα.

Τον παρατηρώ: μιλάει αργά, λες κουρασμένα. Στην αρχή υπέθεσα ότι είναι επιφυλακτικός, ότι δεν θέλει να πει κάτι που θα το μετανιώσει. Κατόπιν κατάλαβα ότι ο χρόνος είχε βαρύνει στους ώμους του. Σε συνδυασμό με την κακή κατάσταση της υγείας του, όλα τα έκανε πιο αργά.

Περνάμε στα πολιτικά. Τον ρωτάω πως βλέπει την κατάσταση. «Σκατά, μας έχουν κυκλώσει από παντού. Δεν βλέπεις πού μας οδηγούν;». Για τον Χρόνη ο μεγάλος εχθρός ήταν ο σύγχρονος τρόπος ζωής, η αποκοπή από τη φύση. Όσοι έχουν διαβάσει τα –τελευταία ιδίως– βιβλία του θα έχουν καταλάβει πως ο Χρόνης, τα τελευταία χρόνια της ζωής του, είχε ασπαστεί την οικολογία. Πίστευε ότι ο άνθρωπος είναι προορισμένος να ζει στη φύση και όχι κλεισμένος σε τσιμεντένια κουτιά. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είχε σβήσει το επαναστατικό του παρελθόν. Άλλες συνθήκες, άλλες ανάγκες. Έτσι μου είπε. Τώρα, όμως, η επανάσταση πρέπει να είναι διαφορετική, πρέπει να παλέψουμε τον εχθρό μας με τα όπλα του. Να, δες για παράδειγμα τους πιτσιρικάδες που τα σπάνε και τα καίνε. Θα έπρεπε την οργή τους να την διοχετεύουν δημιουργικά. Θέλεις να κάνεις τον επαναστάτη; Αντί να κάψεις την τράπεζα, κλέψε τα λεφτά της και μοίρασέ τα στους φτωχούς. Κι όταν λέω κλέψε, δεν εννοώ με πιστόλια, αλλά με την τεχνολογία. Βρες έναν τρόπο να τους παίρνεις τα λεφτά αναίμακτα. Μπες στο σύστημά τους και σήκωσέ τα όλα…

Μα γίνονται αυτά; Θα αναρωτηθεί κάποιος. Για τον Χρόνη, που πέρασε τη μισή του ζωή στη φυλακή και την παρανομία παλεύοντας για τις ιδέες του, όλα γίνονται. Όλα είναι στο μυαλό του ανθρώπου. Αλλά ακόμη κι αν δεν τα καταφέρεις, το ταξίδι, όπως είπε και ο ποιητής, πολλές φορές έχει μεγαλύτερη αξία από τον προορισμό. Κι ας μην το γνωρίζεις κατά τη διάρκεια του ταξιδιού…
 ”Βγάλαμε τους Θεούς από τη Φύση για να την κακοποιούμε χωρίς ενοχές”. Το σημείωμα-αφιέρωση του Χρόνη Μίσσιου προς τον Νίκο Αραπάκη και τη σύντροφό του Μαρία.
Επιμένω στο ίδιο μοτίβο, προσπαθώ να του εκμαιεύσω τον τρόπο που θα σώσουμε τον κόσμο. Επιμένω, ότι η αποκτηθείσα μέσα από τις κακουχίες και τους αγώνες σοφία του θα έχει τη λύση. Με αφήνει να μιλώ χωρίς να επεμβαίνει. Μέχρι που κάποια στιγμή με κοιτά στα μάτια; «ρε μαλάκα, τον ρώτησες τον κόσμο εάν θέλει να σωθεί;». Κατεβάζω το κεφάλι. Όχι για το «μαλάκα», που ήταν περισσότερο δείγμα εγκαρδιότητας, όσο για το συμπέρασμα: ο κόσμος δεν θέλει να σωθεί. Επιλογή του είναι αυτό που συμβαίνει σήμερα. Κι αυτό που συνέβαινε χθες, προχθές… Ίσως λίγο ισοπεδωτικό, αλλά αποκομμένο από την πραγματικότητα δεν το λες.

Αρχίζει να βάλλει εναντίον του ανθρωποκεντρισμού, τον οποίον, οι περισσότεροι, έχουμε μπερδέψει με τον ανθρωπισμό. Όπως πασχίζουμε για τον άνθρωπο, έτσι πρέπει να πασχίζουμε και για τη φύση, τα ζώα, τα πουλιά, τα δέντρα. Η ένταση της φωνής του ανεβαίνει έναν τόνο. Το ζήτημα τον αγγίζει όσο κανένα άλλο. «Αν είναι να σώσουμε τους ανθρώπους και να καταστρέψουμε όλα τα άλλα, μη σώσει ποτέ και σωθούμε».
Φιλαράκια κάποτε σ’αυτόν τον τόπο ήταν δύσκολο να παραμείνεις άνθρωπος
Περνάμε από το ένα θέμα στο άλλο. Τον ρωτάω για τη συγγραφή, τη σχέση του με τη λογοτεχνία. Τι διαβάζει, ποιους συγγραφείς αγαπάει. Τους κλασικούς, μου απαντά, αλλά διαβάζει χωρίς ταμπέλες. Ό,τι του κεντρίσει το ενδιαφέρον το πιάνει στα χέρια του. Το διάβασμα είναι φίλος. Τα χρόνια της φυλακής, της απομόνωσης του κράτησε την καλύτερη παρέα. Ήταν ένας τρόπος να κρατά επαφή με τον πραγματικό κόσμο, να μαθαίνει, να ενημερώνεται, να γίνεται καλύτερος άνθρωπος. Διότι, κι αυτό μου το τόνισε πολλές φορές, αν δεν καταφέρουμε να βελτιώσουμε τους εαυτούς μας, δεν θα καταφέρουμε να αλλάξουμε, προς το καλύτερο, τίποτα.

Συνεχίζουμε να συζητάμε γύρω από τα βιβλία. «Η τέχνη για την τέχνη ούτε με αφορούσε ούτε με αφορά», μου λέει κάποια στιγμή. Εγώ γράφω για να αφυπνίσω, στο μέτρο των δυνατοτήτων μου, τον κόσμο». Με προβληματίζει. Χρειάζομαι λίγο χρόνο για να αποκωδικοποιήσω αυτό που μου είπε, αλλά δεν τον έχω. Συνεχίζει να μιλά και περνά από το ένα θέμα στο άλλο. Τον αφήνω. Ποιος ο λόγος να κατευθύνω εγώ τη συζήτηση;

Περνάμε στα της κρίσης. Τρόικες, νούμερα, ελλείμματα…  Δεν τον πολυενδιαφέρουν. Του κάνω λόγο για την «κοινή λογική», την έλλειψη διαφωτισμού και διάφορα τέτοια, που τότε ήταν της μόδας και τα συζητούσαμε συνεχώς. Με διακόπτει και μου δείχνει με το χέρι έξω από τα παράθυρο: «Βλέπεις αυτή τη ροδιά; Από τη μέρα που την έβαλα ήταν ασθενική. Περιποίηση, φάρμακα, νερό, όλα της τα έδινα σε αφθονία. Αυτή, όμως, τίποτα, να πηγαίνει όλο και χειρότερα. Έφαγα τα λυσσακά μου να βρω τι φταίει, αλλά δεν τα κατάφερα. Ώσπου μια μέρα, βραδάκι για την ακρίβεια, κάθομαι δίπλα της κι άρχισα να της μιλάω. Να της λέω πόσο σημαντική είναι για μένα, πόση σημασία έχει να γίνει καλά, να ανθίσει, να βγάλει καρπό, πόσο χαρούμενο θα με κάνει εάν τα καταφέρει. Και, ω του θαύματος, την άλλη μέρα άρχισε να παίρνει τα πάνω της. Σε ένα μήνα είχε φουντώσει και θεριέψει. Η χαρά του Χρόνη απερίγραπτη. Μου το έλεγε και γελούσε σύγκορμος.

Για να είμαι ειλικρινής αυτή η, κατά κάποιο τρόπο, μεταφυσική προσέγγιση με ξένισε λίγο. Το κατάλαβε: «Άκουσε, ζωή με μόνο εργαλείο τον ορθό λόγο και χωρίς συναίσθημα, δεν μπορεί να υπάρξει. Η ζωή θέλει και λίγο παραμύθι. Είναι το μπαχάρι που νοστιμεύει το φαγητό. Χωρίς αυτό, θα παραφρονήσουμε όλοι. Αυτό που πρέπει να αντιπαλέψουμε πάση θυσία είναι ο φασισμός του ορθού λόγου».

Φιλαράκια η ζωή είναι αισθήσεις και αισθήματα
Καθόμαστε στο τραπέζι. Λέω κάτι για τη Μαρία, και την αναφέρω ως « η σύζυγός μου». «Σας έδεσε, ρε, κάποιος σε ζυγό; Σύντροφος είναι, έτσι να τη λες». Αγκαλιάζω τη Μαρία και του υπόσχομαι ότι θα τηρήσω την εντολή του. Χαμογελά και αρχίζουμε να τρώμε. Η κυρία Ρηνιώ έχει ετοιμάσει ένα φαγητό Θρακιώτικο, σαρμάδες, που δεν το έχουμε δοκιμάσει ξανά. Ανοίγουμε και ένα μπουκάλι κρασί. Το ενδιαφέρον του κερδίζει η Μαρία και αρχίζει να τη ρωτά για τη δουλειά της, την καταγωγή της. 

Μεταξύ ερωτήσεων, απαντήσεων, κρασιού και φαγητού μας διηγείται διάφορα. Τότε που πήγε πρώτη φορά στη Σοβιετική Ένωση.  Ήταν τη δεκαετία του ’60, όταν το κόμμα αποφάσισε να τον στείλει στη Σοβιετική Ένωση. Μέσο μεταφοράς ένα πλοίο του σοβιετικού ναυτικού. Ο Χρόνης πέταγε από τη χαρά του. Ώσπου… διαπίστωσε ότι τα πράγματα δεν ήταν τόσο ιδανικά, όσο τα είχε στο μυαλό του. Από το πλοίο ήδη, κατάλαβε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Ο Χρόνης ήταν κομμουνιστής με το κάπα κεφαλαίο. Πίστευε ότι, σε αυτό το καθεστώς, όλοι θα ήταν ίσοι. Φευ… Όταν είδε τους αξιωματικούς του πλοίου να τρώνε ξεχωριστά από τα υπόλοιπα μέρη του πληρώματος, αλλά και το πόσο καλύτερη ήταν η ζωή τους σε σχέση με το κατώτερο πλήρωμα, κάτι γκρεμίστηκε μέσα του. Αυτή του η εντύπωση ενισχύθηκε και από τη διαμονή του στη Σοβιετική Ένωση: Γραφειοκρατία, ανισότητα, φόβος… Όταν γύρισε, σύντομα θέλησαν να τον στείλουν ξανά. Τους το ξέκοψε: «Σύντροφοι, εγώ είμαι μαλθακός κουμουνιστής και τα βλέπω όλα στραβά. Να στείλετε έναν πιο ψημένο. Να αντέχει τα όσα βλέπει…».

Η ώρα πέρασε. Η κλονισμένη υγεία του δεν του επέτρεπε να καθίσει περισσότερο μαζί μας. Τον παρακαλέσαμε να βγάλουμε μια αναμνηστική φωτογραφία. «Άντε, να μην σας χαλάσω το χατίρι». Βγάζουμε δυο τρεις φωτογραφίες, τον χαιρετάμε και τον βλέπουμε να κατευθύνεται αργά προς την κάμαρά του. Η κυρά-Ρηνιώ μας οδηγεί στην έξοδο. Φιλιόμαστε σταυρωτά, την ευχαριστούμε για το γεύμα και τη φιλοξενία, και υποσχόμαστε ότι, σύντομα, θα βρεθούμε ξανά.

Δεν ήτανε γραφτό…

”Ένα μεσημέρι, με παίρνουν και με πάνε σε μια σάλα. Με καθίζουν σε μια καρέκλα. Μέσα είναι καμιά σαρανταριά από δαύτους. Μ’ έχουνε φάτσα στην πόρτα της σάλας. Σε λίγο, φέρνουν μέσα τα παιδιά αντιπαράσταση. Μόλις τα είδα, μάτωσε η καρδιά μου· τα είχαν σακατέψει, οι πούστηδες. Ε, αυτοί ρωτάνε, και τα παιδιά λένε όλο ναι, με σκυμμένο κεφάλι. Αυτός δεν είναι ο Σαλονικιός; Ναι. Αυτός δεν σας έδινε εντολές; Ναι. Όταν τελείωσαν, λέω, μπορώ να πω κάτι; Εκεί την πατάει ο Σωτήρης, ο διοικητής ντε, και λέει ναι. Νόμιζε ότι μπορεί και να βγάλει τίποτα, ποιος ξέρει. Λέω, εγώ ξέρω τι καθάρματα είστε και πόσο τα βασανίσατε τα παιδιά· και γυρίζοντας στα παιδιά λέω στα γρήγορα, εντάξει, ρε, είμαστε πάντα σύντροφοι, δεν τρέχει τίποτα, εγώ σας αγαπάω και σας εκτιμώ όπως και πρώτα, μην τους ακούτε, ξέρω πως και σεις μ’ αγαπάτε. Έπρεπε να τους τα πω, και για να καθαρίσω τη στάση μου απέναντί τους, αλλά και γιατί του γανώνανε το κεφάλι κάθε μέρα οι χαμούρες, λέγοντάς τους, τώρα που σπάσατε, το κόμμα θα σας περιφρονεί, όπου σας βλέπουν θα σας φτύνουν, είστε προδότες και τα τέτοια… Όλη η προσπάθειά τους, όλη η δουλειά τους, είναι να καταστρέψουν κάθε δυνατότητα επικοινωνίας μέσα στον άνθρωπο, οι καργιόληδες. Μήπως και η καθοδήγησή μας τα ίδια δεν έλεγε; Σκατά. Αλλά ο άνθρωπος είναι άνθρωπος. Ρε γαμώτο, γιατί είναι υποχρεωτικό όλοι να αντέξουν μέσα στο σφαγείο, όλοι να συμπεριφέρονται όπως ορίζουν τα εκάστοτε μέτρα και σταθμά; Τότε, που θα ’ναι η ποικιλία; Πιστεύω πως εκείνο που καθορίζει τον πολιτισμό μας και τη δυνατότητα εξέλιξης της ανθρώπινης κοινωνίας, είναι η μοναδικότητα του κάθε ανθρώπου, η ποικιλία της συμπεριφοράς του. Τέλος, νομίζω πως κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να είναι αμετάκλητα τούτο ή το άλλο, δεν μπορεί να έχει μια μόνιμη και αμετάκλητη ταμπέλα. Κάθε άνθρωπος έχει τεράστια περιθώρια προσαρμογής, αντοχής και ανανέωσης, χωρίς γι’ αυτό να είναι ανάγκη να έχει την ταμπέλα του εξαιρετικού. Τώρα πάλι, στην Τρίτη παρανομία, μας είχανε απομονωμένους σε μια ακτίνα των φυλακών της Κέρκυρας, δεκαπέντε πολιτικούς ανάμεσα σε πεντακόσιους ποινικούς. Στη γειτονική μας ακτίνα ήταν ένας ποινικός που, σύμφωνα με τα δικά μας μέτρα, είχε φτάσει στο έσχατο όριο εξαθλίωσης. Άπλυτος, κουρελής, ζήτουλας, μπορούσε να κάνει τη μεγαλύτερη παλιανθρωπιά για ένα τσιγάρο. Καμιά «ηθική», ένα περιφερόμενο κουρέλι, πρεζάκιας σε προχωρημένο στάδιο. Κι όμως. Ένα βράδυ δεν είχα ύπνο, από πολλή ώρα είχε βαρέσει σιωπητήριο, καθόμουνα και διάβαζα. Ξαφνικά, μέσα στην απόλυτη σιγαλιά της νύχτας, ακούω κάποιον να τραγουδά ένα τραγούδι σε στίχους ενός μεγάλου Ισπανού ποιητή, του Λόρκα. Η φωνή είχε τόση καθαρότητα, ένταση και πάθος, τόσο βαθιά τρυφερότητα και νοσταλγία, που κυριολεκτικά τα έχασα. Ήταν ένα τραγούδι που μου άρεσε και το είχα ακούσει αρκετές φορές. Όμως πρώτη φορά ένιωθα τον ποιητή, την απέραντη τρυφερότητά του για τη ζωή, μέσα από την αναπότρεπτη αναγκαιότητα του θανάτου.

Αν πεθάνω, άσε το μπαλκόνι ανοιχτό.

Τρώει πορτοκάλια το παιδί,

Απ’ το μπαλκόνι μου το βλέπω,

Θερίζει ο θεριστής τα στάχυα,

Απ’ το μπαλκόνι τον ακούω.

Πετάχτηκα απάνω, πιάστηκα από τα κάγκελα του φινιστρινιού και κοίταξα έξω. Στον μωβ ουρανού κρεμόταν ένα ολόγιομο αυγουστιάτικο φεγγάρι, και απέναντι από το κελί μου, στην ακτίνα των ποινικών, ο Ανέστος, ο πρεζάκιας που σου ’λεγα πιο πάνω, κρεμασμένος από τα κάγκελα του κελιού του, μεταμορφωμένος σε άνθρωπο, πολυβολούσε το φεγγάρι με τους στίχους του Φεντερίκο Γκαρσία Λόρκα… Ίδε ο άνθρωπος. Ξανακύλησα στο κελί μου γεμάτος τρυφερότητα, αισιοδοξία και περηφάνια.”

Απόσπασμα από το «…Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς».

Του Νίκο Αραπάκη


----------------

Τρίτη, 28 Οκτωβρίου 2014

Το Χρέος - Του Νίκου Αραπάκη

Τρίτη, Οκτωβρίου 28, 2014

Το Χρέος του Νίκου Αραπάκη
Α’ ΜΕΡΟΣ

Τρία παιδιά της έδωσε ο θεός. Δηλαδή, τρία της έμειναν. Έξι φορές γκαστρώθηκε, κι αν ο Γιώργης δεν έφευγε ξαφνικά από τη ζωή, θα ήταν περισσότερες. Τα δυο πρώτα, τα σερνικά, τα έχασε λίγο μετά τη γέννα, το άλλο, το θηλυκό, λίγο πριν χρονίσει.

Έκλαψε. Κάθε φορά που έχανε κάποιο παιδί έπεφτε του θανατά. Αλλά η ζωή δεν της έδινε το δικαίωμα να θρηνήσει για πολύ. Καθημερινός ο αγώνας για επιβίωση. Κι έκλαιγε μέσα της, χρόνια ολόκληρα θρηνούσε βουβά, να μην καταλαβαίνουν οι άλλοι τον πόνο της. Γιατί της έλειπαν. Κι ο Γιώργης και τα μικρά. Δεν υπήρχε μέρα που να μην έρθουν στο μυαλό της. Τη μια θυμόταν την ώρα που τα κήδευε, την άλλη την ώρα που κρέμονταν από το βυζί της, την παράλλη αισθανόταν την ανάσα του Γιώργη να της χαϊδεύει τα μαλλιά.

Βασανίστηκε να τα βγάλει πέρα. Τι να πρωτοκάνει; Αλλά δεν τα παράτησε. Κάθε που την έπαιρνε από κάτω, το κλάμα των μικρών την όπλιζε με δύναμη. Δεν έχω το δικαίωμα, έλεγε, να τα παρατήσω. Έσφιγγε τα δόντια, σήκωνε τα μανίκια και συνέχιζε.

Μόνη της τα μεγάλωσε. Πολλά δεν είναι τα τρία παιδιά –άλλες μεγαλώνουν πολλά περισσότερα–, αλλά βοήθεια δεν είχε από πουθενά. Τον άντρα της τον έχασε χρόνια πριν. Φθίση. Έλιωσε όπως ο πάγος μέσα στο λιοπύρι. Θηρίο άντρα πήρε· στην κάσα έβαλε δυο δράμια άνθρωπο.

Ανακάτεψε το φαί στην κατσαρόλα και γέμισε τέσσερα πιάτα, το δικό της και των παιδιών. Τ’ ακούμπησε επάνω στο τραπέζι, έκοψε δυο φέτες ψωμί κι έμεινε να τα κοιτάζει. Μουρμούρισε ένα «κομμάτια να γίνει», πήρε το ροΐ κι έριξε λίγες σταγόνες λάδι στα πιάτα των παιδιών.  Να χορτάσουν. Τι να σου κάνει το σκέτο λάχανο; Μόνο τα ζωντανά μπορούν να χορτάσουν με δαύτο.

Κοίταξε έξω από το παράθυρο. Άργησαν, σκέφτηκε. Ίσως να έπεσε δουλειά στην αγορά. Ο Παναγιώτης της είχε πει ότι ένας βλάχος, θα κατέβαζε ένα φορτίο με πατάτες και τους είχε ζητήσει να τον βοηθήσουν. Ίσως, πάλι, να τσιλιμπουρδίζουν. Μεγάλωσαν, ιδίως ο Παναγιώτης. Πάτησε τα 21 και το μυαλό του το έχει συνεχώς στα θηλυκά. Ο Χρήστος είναι πιο συνεσταλμένος. Θες γιατί είναι πιο μικρός, θες γιατί είναι τέτοια η φτιάξη του, το φουστάνι δεν τον συγκινούσε. Τουλάχιστον προς το παρόν. Στο μέλλον, έχει ο θεός…

Κοίταξε την κόρη της, τη Μαργαρώ, που καθόταν στο τραπέζι κι έπαιζε με τις κοτσίδες της. Κοτζάμ γυναίκα έγινε κι αυτή. Αν δεν είχε προκύψει ο πόλεμος ίσως, τώρα, να ήταν παντρεμένη με παιδιά. Κι η ίδια άλλωστε, στα δεκάξι τον έκανε τον Παναγιώτη. Δεν κακοπέρασε, ο Γιώργης την αγαπούσε και της φερόταν με τον καλύτερο τρόπο, αλλά το απότομο πέρασμα από τα παιχνίδια στη μητρότητα και τις ευθύνες του νοικοκυριού της έπεσαν βαριά. Τουλάχιστον στην αρχή, κατόπιν συνήθισε.

Ανησυχούσε. Κάθε μέρα που περνούσε ανησυχούσε όλο και πιο πολύ. Αν ήταν στο χέρι της θα τους κλείδωνε στο σπίτι. Και τους δυο. Όπως ακριβώς έκανε με τη Μαργαρώ. Κλειδωμένη την είχε. Κι ας διαμαρτυρόταν όσο ήθελε. Και θα τους άφηνε να βγουν ξανά, την ώρα που θα ξεκουμπίζονταν οι Γερμανοί. Αν ξεκουμπίζονταν ποτέ… Αλλά τα σερνικά δεν τα κάνεις καλά. Η γυναίκα είναι για το σπίτι, ο άνδρας θέλει τον αέρα του, αν τον κλείσεις θα μαραζώσει όπως τα λουλούδια που δεν τα βλέπει ο ήλιος.

Μα πιο πολύ ανησυχούσε γι’ αυτά που είχε βρει κάτω από το στρώμα του Παναγιώτη. Αυτά τα παλιόχαρτα που έγραφαν εναντίον των Γερμανών και των συνεργατών τους. «Προκηρύξεις είναι», της είπε ο Φώτης, ο αδερφός της, όταν πήγε για να της τα διαβάσει. «Να χαίρεσαι…». Φαρμάκι την πότισε. Πώς να χαρεί που τα παιδιά της έμπλεξαν με τα πολιτικά;

Από τότε καθόταν σ’ αναμμένα κάρβουνα. Τον έπιασε τον Παναγιώτη και του τα είπε έξω από τα δόντια. Να προσέχει, να μην μπλέξει, να… να… να… Γελούσε αυτός, λες και του καθάριζε αυγά. Μυστήριο παιδί, τη μια τον έλεγε μετρημένο και σοβαρό, την άλλη ονειροπαρμένο. Δεν είχε κίνδυνο, της είπε. Όλα ήταν κανονισμένα. Κανονισμένα ξε-κανονισμένα, πήρε τις προκηρύξεις και τις έκαψε. Όλα τα είχε, αυτό της έλειπε, να μπουν στο σπίτι της και να τους πάρει όλους στο λαιμό του.

Ίσιωσε το κεφαλομάντηλο της  και κοίταξε πάλι έξω από το παράθυρο. Τίποτα. Ο δρόμος άδειος, κανείς δεν ερχόταν. Κάθισε πάλι στην καρέκλα και ξεφύσηξε. «Δεν είναι ζωή αυτή, Παναγία μου», μουρμούρισε. «Κάθε μέρα να μην ξέρεις τι θα σου ξημερώσει», κι άρχισε να ανακατεύει νευρικά το νερόβραστο λάχανο που είχε στο πιάτο της.

Τον τελευταίο καιρό της είχε γίνει έμμονη ιδέα ότι ο Παναγιώτης θα βγει στο βουνό. Όπως ο γιος της Σταυρούλας, της γειτόνισσάς της. Η ίδια βέβαια, ισχυριζόταν ότι ο γιος της πήγε στην Αθήνα για δουλειές. Αλλά ποιος την πίστευε. Όλοι ήξεραν πού είχε πάει ο γιος της.

«Παιδιά είναι και ξεμυαλίζονται», της είπε μια μέρα που κάθονταν στην αυλή και συζητούσαν. Την πήραν μεμιάς τα κλάματα τη Σταυρούλα και της άνοιξε την καρδιά της. Στο βουνό είχε βγει ο Σωτήρης. Αντάρτης έγινε. Τον παρακάλεσε, έκλαψε, χτυπήθηκε· τίποτα, αδιάφορος. Η πατρίδα πάνω απ’ όλα, της είπε. Κι αν χαθεί, ούτε ο πρώτος θα ’ναι ούτε ο τελευταίος. Κι άρχισαν οι επισκέψεις στο σπίτι της. Τη μια οι ταγματαλήτες, την άλλη οι χωροφύλακες. Κι όλο να λέει ψέματα η Σταυρούλα: «Δεν ξέρω πού είναι, ψάξτε να τον βρείτε, εμείς το βασιλιά τον έχουμε κορώνα στο κεφάλι μας…»

Άξαφνα την είδε στο δρόμο. Σηκώθηκε για να βγει και να της μιλήσει. Δεν χρειάστηκε, η Σταυρούλα είχε ήδη μπει στην αυλή της.

Άνοιξε την πόρτα: «καλώστηνα». Η Σταυρούλα την κοίταξε κατάματα: «Τα παιδιά, Άννα μου, τα παιδιά». Σκοτοδίνη της ήρθε, ένιωσε να χάνει τη γη κάτω από τα πόδια της. Κρατήθηκε από την κάσα, για να μην σωριαστεί στο έδαφος. «Τα παιδιά, Άννα μου, τα παιδιά», αυτή η φράση αντιλαλούσε μονότονα στο μυαλό της.

Τελικά δεν άντεξε και σωριάστηκε. Η Σταυρούλα γονάτισε πλάι της κι άρχισε να κλαίει και να μουρμουρίζει: «κουράγιο, Άννα μου, κουράγιο. Τώρα πρέπει να φανείς δυνατή».

Δεν είχε τη δύναμη ούτε καν να ρωτήσει τι είχε συμβεί. Ήταν βέβαιη, κι ας μην γνώριζε. Κι άρχισε να παρακαλάει τον θεό να την πάρει, τώρα. Τούτο δεν μπορούσε να το αντέξει. Αλλά δεν της έκανε τη χάρη.

Μόλις αισθάνθηκε το χέρι της Μαργαρώς να την ακουμπάει στον ώμο, σαν κάτι να ξύπνησε μέσα της. Σήκωσε το κεφάλι και την κοίταξε: τα μάτια της κόκκινα, το πρόσωπό της άσπρο σαν το μπαμπάκι. Δεν είχε το δικαίωμα να λιγοψυχήσει. Όσο της έμενε έστω κι ένα παιδί, δεν είχε.

Σηκώθηκε, έδωσε εντολή στη Μαργαρώ να μην ξεμυτίσει από το σπίτι, κι ακολούθησε τη Σταυρούλα. Η άνοιξη είχε μπει για τα καλά. Ολούθε χρώματα και μυρωδιές. Η φύση, αδιαφορώντας για τ’ ανθρώπινα, έκανε τη δουλειά της. Μα η Άννα δεν μύριζε, δεν έβλεπε· μαύρο είχε καλύψει τα μάτια της, στα ρουθούνια της έφθανε μόνο μυρωδιά από λιβάνι.

Περπάτησαν κάμποσο και έφτασαν έξω από το καρβουνιάρικο του Μάραντου. Η Σταυρούλα σταμάτησε και της έδειξε με το χέρι. Πάγωσε, τα πόδια της μολύβι, να μην μπορεί να κάνει βήμα. Δυο κορμιά, το ένα πάνω στο άλλο, ξαπλωμένα πάνω στο πεζοδρόμιο. Γνώρισε τα ρούχα τους. Χθες το βράδυ τα έπλυνε, αξημέρωτα τα σιδέρωσε. Και να που τώρα δεν είναι λερωμένα με χώματα ή μουτζούρες από το κουβάλημα στην αγορά, αλλά με αίμα.

Παρακάλεσε το θεό να την οπλίσει με δύναμη, να μην την εγκαταλείψει ετούτη την ώρα, την πιο δύσκολη της ζωής της. Έκανε λίγα βήματα και πλησίασε. Έμεινε για λίγο αναποφάσιστη, κοιτώντας τα άψυχα σώματα, κι ύστερα έπεσε πάνω τους κι άρχισε να κλαίει γοερά.

Ο καρβουνιάρης, που τη γνώριζε, προσφέρθηκε να μεταφέρει τους νεκρούς στο σπίτι της. Μπρος το κάρο με τους νεκρούς, πίσω αυτή και η Σταυρούλα. Νεκρική ησυχία ολούθε. Λες και τούτο το μέρος της γης πέρασε αυτοστιγμεί στη δικαιοδοσία του κάτω κόσμου. Μόνο το τρίξιμο από τις ρόδες του κάρου και το σούρσιμο των ποδιών τους ακουγόταν.

Αιώνας της φάνηκε η διαδρομή. Όταν έφτασε, νόμιζε ότι το σώμα της ήταν γεμάτο πληγές που έσταζαν αίμα. Μαχαίρια οι γεμάτες οίκτο ματιές που την κοιτούσαν μέσα από τις γρίλιες των κλειστών παραθύρων.

Σύντομα ξεθάρρεψαν οι γειτόνισσες και μαζεύτηκαν για να τη συλλυπηθούν, να της συμπαρασταθούν και να τη βοηθήσουν. Δεν είχε δύναμη να ανοίξει ούτε το στόμα της. Χαμένη. Τη μια να παρακαλάει το θεό να την πάρει, να τη στείλει πλάι στα παιδιά της, την άλλη να σκέφτεται ότι της έχει μείνει ένα παιδί και θα πρέπει να κάνει κουράγιο. Αλλά δεν μπορούσε. Όσο κουράγιο είχε, που δεν ήταν και πολύ, το είχε εξαντλήσει. Τούτο δω, για να το αντέξει, θα χρειαζόταν όλο το κουράγιο, όλου του κόσμου.

Ο καρβουνιάρης άφησε τα άψυχα κορμιά των παιδιών της στη μια κάμαρα, τη συλλυπήθηκε κι έκανε να φύγει. Τον έπιασε από το χέρι και τον τράβηξε έξω από το σπίτι, να είναι μόνοι τους και να μην τους ακούν οι άλλοι. «Ποιος;». Ο καρβουνιάρης την κοίταξε κατάματα: «Ο Μέρμηγκας, κυρά-Άννα. Ο Μήτσος ο Μέρμηγκας. Πρώτα πιστόλισε τον έναν, τον μεγάλο. Έτσι, χωρίς λόγο. Φώναξε ένα «παλιοκουμούνι», και του έριξε στο ψαχνό. Ήταν πιωμένος, μόλις είχε βγει από την ταβέρνα και τρέκλιζε. Πέρασε το παιδί από μπροστά του και, χωρίς να του πει τίποτα, έβγαλε το πιστόλι και του έριξε πισώπλατα. Δεν πέρασε λεπτό κι εμφανίστηκε κι ο μικρός. Μόλις βλέπει τον αδερφό του κάτω, πέφτει και τον αγκαλιάζει. Τότε ο Μέρμηγκας, που είχε φύγει λίγο μπροστά, γυρίζει πάλι πίσω και πιστολίζει και τον μικρό. Γι’ αυτό τους βρήκες έτσι. Κανείς δεν τους άγγιξε. Φοβήθηκε ο κόσμος και κλειδαμπαρώθηκε στα σπίτια του».

Της ήρθε να αφήσει μια στριγκλιά, να ακουστεί μέχρι τον άλλο κόσμο. Ψέλλισε ένα «ευχαριστώ», και στηρίχτηκε με την πλάτη στον τοίχο. Ο καρβουνιάρης έκανε να φύγει. Πριν ανέβει στο κάρο γύρισε και την κοίταξε: «εγώ δεν σου είπα τίποτα, κυρά-Άννα. Μ’ έχουν στη μπούκα, καταλαβαίνεις…». Κούνησε το κεφάλι της, για να τον καθησυχάσει και τον ευχαρίστησε για μια ακόμη φορά.

Γύρισε μέσα και είπε σε όλες να φύγουν, να την αφήσουν μόνη με τα παιδιά της. Αγένεια εκ μέρους της, αλλά ποια να παραπονεθεί; Όλες μανάδες ήτανε. Όλες ήξεραν πως ο πόνος της δεν έχει ταίρι.

Μόλις το σπίτι άδειασε πήγε στην κάμαρα για να πλύνει τα παιδιά της και να τα ντύσει για την εξόδιο ακολουθία. Κάθε σταγόνα αίμα που καθάριζε, πρόσθετε και λίγο ακόμη στο μίσος της. Μέχρι που το μίσος τη γέμισε μέχρι επάνω. Όλα τα άλλα συναισθήματα εξαφανίστηκαν, παρασύρθηκαν όπως το ξερόκλαδο από τα νερά του ορμητικού χειμάρρου. Μίσησε τον εαυτό της. Και τον μίσησε τόσο που δεν βάζει ανθρώπου νους. Η ίδια έφταιγε. Αυτή ευθυνόταν για το θάνατο των παιδιών της. Αλλά πού να το φανταστεί; Πώς να καταλάβει ότι θα έφτανε σε αυτό το σημείο;

Β’ ΜΕΡΟΣ

Το μυαλό της γύρισε μεμιάς κάμποσους μήνες πίσω. Τότε που, ένα χειμωνιάτικο πρωινό, ο Μήτσος ο Μέρμηγκας της χτύπησε την πόρτα. Δεν τον ήξερε προσωπικά, αλλά είχε ακούσει τι κουμάσι ήταν: χαρτοπαίκτης, μπεκρής, χασικλής, μαχαιροβγάλτης. Μικρή η πόλη τους, όλοι γνωρίζονταν μεταξύ τους. Γι’ αυτό και δεν της έκανε καμία εντύπωση όταν έμαθε ότι ήταν από τους πρώτους που μπήκαν στα τάγματα.

Μολονότι δεν είχε καμία διάθεση,  τον πέρασε μέσα. Κάθισαν αντίκρυ στο τραπέζι κι έπιασε να τον παρατηρεί. Τα μάτια του κόκκινα, προφανώς ήταν πιωμένος, το μαλλί περασμένο μπριγιαντίνη, ούτε τρίχα να μην πετάει, το μουστάκι περιποιημένο. Κι ένα χαμόγελο, που μέχρι να ανοίξει το στόμα του, δεν μπορούσε να το δικαιολογήσει.

Την παίδεψε μέχρι να φτάσει στο δια ταύτα. Την παίδεψε και την ανησύχησε. Άρχισε να της λέει για τα παιδιά της, που έχουν μπλέξει, που πρέπει κάποιος να τα προσέχει, που οι εποχές είναι επικίνδυνες, που… που… που… Ντρεπόταν, γι’ αυτό και της κουβαλήθηκε πιωμένος, για να τον βοηθήσει το πιοτό να τα πει.

Της τα είπε τελικά. Την ήθελε. Του άρεσε πολύ σαν γυναίκα, κι αν γίνονταν ζευγάρι, φόβο δεν θα είχε ξανά. Ούτε αυτή, ούτε τα παιδιά της. Θα τους είχε υπό την προστασία του, και της έδειξε, κομπάζοντας, το περίστροφο που είχε περασμένο στη ζώνη του.

Ο τελευταίος άντρας να ήταν στη γη, μαζί του δεν θα πήγαινε. Τον σιχαινόταν. Η ανάσα του, που βρομούσε κρασί, της ανακάτευε τα σωθικά. Δεν του τα είπε έτσι, βέβαια. Του το έφερε πιο γλυκά, δεν ήθελε να τον αγριέψει. Άρχισε να του λέει πως αυτή έκλεισε σαν γυναίκα, τώρα είναι μόνο μάνα. Όλη της η ζωή είναι τα παιδιά της. Του είπε κι άλλα, όπως ότι τον ευχαριστεί πολύ για το ενδιαφέρον, ότι είναι τιμή της που τη διάλεξε και διάφορα τέτοια.

Άδικος κόπος. Ο Μήτσος φρένιασε. Όταν έφυγε την απείλησε ξεκάθαρα: «θα το βρεις μπροστά σου». Έκλεισε την πόρτα, μουρμούρισε ένα «κάλλιο να πάω με σκύλο», και του έριξε ένα περιποιημένο φάσκελο. Αλλά δεν ήξερε με ποιον είχε να κάνει. Γιατί αν ήξερε, το φάσκελο θα το έριχνε στα μούτρα της.

Με το σούρουπο μαζεύτηκε πάλι η γειτονιά. Τους έκλαψαν, τους  μοιρολόγησαν και λίγο μετά το πρώτο φως τους έθαψαν. Γύρισε σπίτι της σαν χαμένη. Να μην ξέρει ούτε ποια είναι, ούτε που πάει. Τίποτα δεν ήξερε. Μόνο ένα πράμα είχε φωλιάσει στο μυαλό της: το μίσος. Να εκδικηθεί για το χαμό των παιδιών της. Με οποιονδήποτε τρόπο, με όποιο κόστος. Στην αρχή σκέφτηκε να παραφυλάξει και να τον καθαρίσει με μαχαίρι. Να τον σφάξει έτσι όπως έσφαζε τις κότες της. Δύσκολο δεν θα ήταν. Έτσι κι αλλιώς, μονίμως πιωμένος είναι. Αλλά αν δεν τα κατάφερνε να τον αιφνιδιάσει; Άντρας ήταν κι αυτή γυναίκα. Όσο και να έχει πιει, πάντα θα είναι πιο δυνατός από αυτήν. Άσε που, μετά το φονικό, σίγουρα θα ήταν πιο επιφυλακτικός.

Την απέκλεισε αυτή την εκδοχή. Όπως απέκλεισε και οτιδήποτε άλλο σκέφτηκε. Κάποια είχαν σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας, αλλά δεν της αρκούσε. Ήθελε να είναι απολύτως βέβαιη ότι θα επιτύγχανε το σκοπό της. Κι ύστερα ας χανόταν. Καθόλου δεν την ένοιαζε. Αν, όμως, έφευγε χωρίς να τα έχει καταφέρει, η ψυχή της δεν θα ησύχαζε ποτέ.

Ένας μήνας πέρασε αφότου έχασε τα παιδιά της. Από το σπίτι της δεν ξεμύτισε ούτε λεπτό. Κλείστηκε μέσα, να μην τη βλέπει άνθρωπος. Ως και τα παντζούρια δεν τα άνοιγε πια. Έμαθε να ζει στο σκοτάδι, σαν το τρωκτικό στο λαγούμι του. Ο πόνος όμως εκεί, ακλόνητος, να μην την εγκαταλείπει ούτε δευτερόλεπτο. Χίλιες φορές σκέφτηκε να δώσει τέλος στη ζωή της· τι να την κάνει τη ζωή χωρίς τα παιδιά της; Χίλιες φορές υπαναχώρησε. Εκτός που θα άφηνε την κόρη της μονάχη, το μίσος της δεν της επέτρεπε να εγκαταλείψει τα εγκόσμια χωρίς να έχει πρώτα εκδικηθεί.

Τρεις μήνες πέρασαν. Το καλοκαίρι είχε μπει για τα καλά. Κι έκανε ζέστη. Το κλειστό σπίτι έβραζε, αλλά παράθυρο δεν άνοιγε. Έκανε όμως κουράγιο. Ήταν κι η μικρή στη μέση, που τον τελευταίο καιρό πήγαινε σε μια μοδίστρα για να μάθει την τέχνη. Στην αρχή δεν ήθελε, αντέδρασε, αλλά κατόπιν κατάλαβε πως αυτό δεν οδηγεί πουθενά. Ακόμη κι αν η ίδια είχε επιλέξει να περάσει το υπόλοιπο της ζωής της πίσω από τα κλειστά πορτοπαράθυρα, δεν είχε το δικαίωμα να επιβάλλει το ίδιο και στην κόρη της.

Αλλά ανησυχούσε. Η μικρή έδειχνε να ενδιαφέρεται για την εμφάνισή της όσο ποτέ· έκοψε το μαλλί, περιποιόταν τα νύχια της, κοιταζόταν με τις ώρες στον καθρέφτη. Να ήταν, άραγε, ένας τρόπος να αντιμετωπίσει τον πόνο ή σαλιάριζε με κάποιο σερνικό; Το δεύτερο της φαινόταν αδιανόητο, αλλά και να το αποκλείσει δεν μπορούσε.

Την ενοχλούσε, όμως. Κάθε που έβλεπε την κόρη της να συνεχίζει τη ζωή της σαν να μην έχει συμβεί το παραμικρό, ήθελε να την αρπάξει από το μαλλί και να της το μαδήσει τρίχα-τρίχα. Αλλά τις νύχτες, όταν άκουγε τους κλαυθμούς από την κάμαρά της, καταλάβαινε πως υπέφερε, πως προσπαθούσε να φαίνεται φυσιολογική αλλά μέσα της έβραζε, πενθούσε ίσως περισσότερο κι από την ίδια.

Μια μέρα όμως, δεν άντεξε. Κόντευε σούρουπο, κι η Μαργαρώ δεν είχε ακόμη γυρίσει. Η αγωνία την έτρωγε σε τέτοιο βαθμό που, όταν γύρισε, και βλέποντας ένα περίεργο χαμόγελο ζωγραφισμένο στο πρόσωπό της, τη χαστούκισε. Η μικρή αδιάφορη, λες και δεν συνέβη το παραμικρό. Αυτό την εξαγρίωσε ακόμη περισσότερο· έπεσε πάνω της κι άρχισε να τη χτυπάει με λύσσα. Μέχρι που απόκανε και την παράτησε.

Η Μαργαρώ κάθισε στο τραπέζι: «ξεθύμανες;». Μες στη θολούρα της νόμισε πως την ειρωνεύεται, της ήρθε να πέσει επάνω της και να την αποτελειώσει. Ευτυχώς, κατάλαβε ότι κάτι άλλο συμβαίνει. Κάθισε πλάι της κι έμεινε να την κοιτάζει στα μάτια. Η Μαργαρώ της έπιασε το χέρι: «τον έχω έτοιμο. Αν βοηθήσεις, αύριο τελειώνουν όλα. Αν δεν θες, τα καταφέρνω και μόνη μου».

Κι έπιασε να της εξηγεί. Δεν πήγαινε να μάθει μοδιστρική. Δηλαδή πήγαινε, αλλά ο σκοπός της ήταν άλλος: να παγιδεύσει τον Μέρμηγκα, που το σπίτι του απείχε ελάχιστα από το σπίτι της μοδίστρας. Και τα κατάφερε. Αύριο βράδυ, παραμονή δεκαπενταύγουστου, η μοδίστρα θα πήγαινε να ξενυχτήσει σε κάποιο μοναστήρι. Κι αυτή, που είχε κλειδιά του σπιτιού, κανόνισε με τον Μέρμηγκα να βρεθούν στο σπίτι της μοδίστρας. Θα τον καθάριζε. Είτε μόνη της, είτε με τη βοήθεια της μάνας της θα τον καθάριζε. Το σχέδιό της ήταν απλό: θα του έριχνε στο κρασί λίγο από το υπνωτικό που ο γιατρός είχε δώσει στη μάνα του για να κοιμάται τα βράδια, κι ύστερα θα τον έσφαζε σαν κοτόπουλο.

Έπιασε η Άννα τα χέρια του παιδιού της κι άρχισε να τα φιλάει και να της ζητά συγγνώμη που την παρεξήγησε. Σύντομα αγκαλιάστηκαν κι άρχισαν, τη μια να κλαίνε με λυγμούς, την άλλη να γελάνε. Φόβος, λύπη, χαρά, λύτρωση, αγωνία όλα ένα χαρμάνι μέσα τους.

Ξημέρωσε η μεγάλη μέρα. Ή Άννα είχε μετανιώσει. Δεν μπορούσε να βάλει το παιδί της σε κίνδυνο. Πριν φύγει για τη μοδίστρα, έπιασε και της το είπε. Η μικρή ανένδοτη: θα γίνει, ο θεός να κατέβει κάτω, σήμερα θα τον τελείωνε. Λογομάχησαν. Το μητρικό ένστικτο της Άννας της έλεγε να προστατεύσει το μοναδικό της παιδί. Μα σύντομα κατάλαβε ότι δεν είχε νόημα. Η μικρή ήταν αποφασισμένη. «Είναι το χρέος μας, μάνα. Τ΄ ακούς; Το χρέος μας». Άδικο δεν είχε.  Ήταν χρέος τους. Και συναίνεσε. Επανέλαβαν για μια ακόμη φορά τα όσα είχαν σχεδιάσει εχθές το βράδυ, τη σταύρωσε και την έστειλε στην ευχή της Παναγίας.

Με το σούρουπο βγήκε στο δρόμο. Ένα τέταρτο αργότερα, περπατώντας με βήμα ταχύ και το κεφάλι σκυφτό έφθασε στο σπίτι της μοδίστρας. Όπως είχαν συνεννοηθεί, μπήκε από την πίσω πόρτα, της αυλής. Αγκαλιάστηκαν και φιλήθηκαν σταυρωτά. Κι ύστερα έσπρωξε την κόρη της πίσω κι έμεινε να την κοιτά. Είχε καιρό, πολύ καιρό, να τη δει χωρίς μαύρα ρούχα. Απρέπεια. Αλλά ο σκοπός τους ήταν ιερός, δικαιολογούσε όλες τις απρέπειες κι ακόμη περισσότερες.

Έριξαν το υπνωτικό στην κανάτα με το κρασί, και κάθισαν στις καρέκλες. Βουβαμάρα. Η αγωνία τους στο κατακόρυφο. Η Άννα πασπάτευε, νευρικά, το χασαπομάχαιρο που είχε κρυμμένο μέσα στα ρούχα της, η μικρή της χάιδευε τα χέρια προσπαθώντας να την καθησυχάσει.

Κάποιος χτύπησε την πόρτα. Η Άννα έτρεξε και κρύφτηκε στην κάμαρα, η μικρή άνοιξε. Ο Μέρμηγκας μπούκαρε φουριόζος κι επιχείρησε κατευθείαν να ξεγυμνώσει τη Μαργαρώ. Ήταν πιωμένος πάλι, η ανάσα του βρωμούσε κρασί, τα μάτια του θολά και μισόκλειστα.

Η Μαργαρώ τον απέφυγε με τρόπο: «να πιούμε πρώτα κάτι». Γέμισε τα ποτήρια τους με κρασί. Τσούγκρισαν. Ο Μέρμηγκας το κατέβασε μονορούφι, η Μαργαρώ έβρεξε τα χείλη της και γέμισε πάλι το ποτήρι του. Ο Μέρμηγκας, κοιτώντας τη λάγνα, το άδειασε πάλι μονομιάς.

Ένα λεπτό αργότερα, το κορμί του Μέρμηγκα σωριάστηκε με γδούπο στο πάτωμα. Το υπνωτικό σε συνδυασμό με το μεθύσι του, τον ξαπόστειλαν πολύ πιο γρήγορα απ’ όσο περίμεναν.

Μάζεψαν τα ποτήρια, την κανάτα, κι αφού βεβαιώθηκαν ότι τα άφησαν όλα όπως τα βρήκαν, τον έδεσαν χειροπόδαρα, του έφραξαν το στόμα με ένα μαντίλι, τον τύλιξαν σε ένα μαύρο σεντόνι, που η Άννα είχε φέρει μαζί της, τον φορτώθηκαν και βγήκαν από την πίσω πόρτα.

Περασμένα μεσάνυχτα. Οι δρόμοι έρημοι, μια ησυχία απόκοσμη επικρατούσε. Όλα έδειχναν ιδανικά. Ως και το γεμάτο φεγγάρι είχε καλυφθεί από το μοναδικό σύννεφο που υπήρχε στον ουρανό. Θεοί και δαίμονες τις συνέδραμαν… Τα μάτια τους να ελέγχουν νευρικά το σκοτάδι. Τα ιδρωμένα τους κορμιά κινούνταν ασθμαίνοντας. Κάθε που ένιωθαν τα χέρια τους να κόβονται από το βάρος, έδιναν κουράγιο η μία στην άλλη: «φθάσαμε… λίγο ακόμη…».

Πέρασαν τα σπίτια και βγήκαν στα πρώτα χωράφια. Στάθηκαν κάτω από μια συκιά για να ανασάνουν από την υπερπροσπάθεια. Η αγωνία τους καταλάγιασε· το πρώτο στάδιο, το δύσκολο, πέρασε. Κανείς δεν τους είδε. Τον άφησαν καταγής κι άρχισαν να τον σέρνουν. Ώσπου, λίγο αργότερα, έφθασαν σ’ ένα εγκαταλελειμμένο μαντρί, εκεί που είχαν κανονίσει εξαρχής να τον μεταφέρουν.

Αγκαλιάστηκαν για ακόμη μια φορά. Η χαρά τους ξεχείλιζε. Όλα είχαν πάει κατ’ ευχή. «Σπίτι τώρα. Τα υπόλοιπα είναι δικιά μου δουλειά. Και πού ’σαι, το νου σου. Να μην τα χαλάσουμε στο τέλος», είπε η Άννα στην κόρη της και τη φίλησε στο μέτωπο.

Η μικρή χάθηκε στο σκοτάδι. Η Άννα άνοιξε το σεντόνι, τον έγδυσε, του έριξε έναν κουβά με νερό στο πρόσωπο, για να τον συνεφέρει, και κάθισε δίπλα του. Ήθελε να του μπήξει το μαχαίρι άμεσα, να τον ξεκάνει μονομιάς. Αλλά το μίσος της, το πάθος της για εκδίκηση δεν της το επέτρεπε. Έπρεπε να γίνει όπως το είχε σχεδιάσει. Και το σχέδιο που είχε στο μυαλό της δεν περιελάμβανε μόνο το θάνατό του. Ήθελε να υποφέρει. Όπως υπέφερε η ίδια και η κόρη της. Όπως υπέφεραν τα παιδιά της όταν τα πυροβολούσε και τα σκότωνε αναίτια.

Βγήκε απ’ το μαντρί λίγο πριν το χάραμα. Σαν αφιονισμένη μαινάδα έμοιαζε. Το μαλλιά της ανακατεμένα, τα χέρια της, τα ρούχα της, το πρόσωπό της πασαλειμμένα με αίματα. Μα είχε κι ένα μακάριο χαμόγελο. Κοιτούσε τ’ άστρα και γελούσε, μέσα κι έξω της. Την αξίωσε ο θεός να εκδικηθεί το θάνατο των παιδιών της. Τώρα ας έφευγε, δεν την ένοιαζε. Το χρέος της το είχε κάνει.

Τον Μέρμηγκα τον βρήκαν την επόμενη ημέρα. Του είχαν κόψει τα γεννητικά όργανα, του τα είχαν βάλει στο στόμα και κατόπιν τον έκαψαν. Άγρια τον είχαν βασανίσει. Πολύ άγρια. Κι αυτό, έγραψαν οι εφημερίδες, δεν μπορούσαν να το κάνουν παρά οι κομουνιστές. Αυτοί, μόνο αυτοί, κρύβουν μέσα τους τόσο άγρια ένστικτα…

-------------------------
Πηγή:nostimonimar

Παρασκευή, 15 Αυγούστου 2014

Πεινάς; Ιδεολογική καθαρότητα Του Νίκου Αραπάκη

Παρασκευή, Αυγούστου 15, 2014
Πεινάς; Ιδεολογική καθαρότητα Του Νίκου Αραπάκη
Πείνασαν. Πιάνουν την κατσαρόλα για να μαγειρέψουν. Ανοίγουν το ψυγείο, άδειο. Ανοίγουν τα ντουλάπια, άδεια. Η γυναίκα πέφτει στα μαύρα πανιά. Ο άνδρας, ως ο αισιόδοξος της παρέας, δίνει τη λύση: θα μαγειρέψουμε ιδεολογική καθαρότητα. Τρώγεται, τον ρωτά. Όχι μόνο τρώγεται, της απαντά, αλλά είναι και πολύ χορταστική.

Γεμίζουν την κατσαρόλα με νερό, ρίχνουν λάδι, μπόλικα μπαχάρια και περιμένουν να γίνει το φαγητό. Όντως, σε λιγότερο από μια ώρα ήταν έτοιμο. Βραστερή η ιδεολογική καθαρότητα. Πιο βραστερή κι από τις πιο βραστερές φακές.

Στρώνουν τραπέζι. Γεμίζουν τα ποτήρια με νερό, χαρτοπετσέτες, κουταλοπήρουνα. Αρχίζουν να τρώνε. Το πρώτο πιάτο δεν τους έκανε τίποτα. Τρώνε και δεύτερο. Τα ίδια. Ή έφαγαν ή δεν έφαγαν ένα και το αυτό. Η γυναίκα διαμαρτύρεται ότι δεν χόρτασε. Αν και ξέρει ότι τίποτα δεν πρόκειται να αλλάξει, ζητάει κι άλλο πιάτο. Της λέει ότι δεν κάνει να φάει άλλο. Η γυναίκα δυσανασχετεί. Της εξηγεί ότι όποιος φάει πολύ ιδεολογική καθαρότητα μπορεί να γίνει ΚΚΕ. Τρομάζει και υπαναχωρεί. Αλλά η πείνα, πείνα.

Προσπαθώντας να την ξεγελάσει τρίβει την κοιλιά του, δήθεν ότι χόρτασε. Αλλά πώς να ξεγελάσεις τον πεινασμένο; Του επιτίθεται μεμιάς: "Η ιδεολογική καθαρότητα δεν τρώγεται. Όσα παραμύθια κι αν πουλήσετε, την κοιλιά δεν μπορείτε να την ξεγελάσετε". Αντιλαμβάνεται το αδιέξοδο και προσπαθεί να τη ρίξει στο φιλότιμο: "Ναι, αλλά έτσι θα ταΐσουμε τις γενιές που έρχονται. Θα πεινάσουμε εμείς, αλλά θα χορτάσουν αυτοί". Την εκνευρίζει ακόμη περισσότερο: "Χέστηκα για τις γενιές που έρχονται. Πεινάω και θέλω να φάω. Τώρα". Της εξηγεί ότι ο φίλος του ο Βασίλης, παλιός σύντροφος και μεγάλος αγωνιστής, χρόνια τρώει μόνο ιδεολογική καθαρότητα. Κι είναι μια χαρά. Την βγάζει από τα ρούχα της και του λέει ότι είναι ηλίθιος. Ο Βασίλης δεν έχει αφήσει πιτσαρία για πιτσαρία και σουβλατζίδικο για σουβλατζίδικο. Γι' αυτό και είναι 200 κιλά. Η ιδεολογική καθαρότητα χορταίνει μόνο τους χορτασμένους.

Τα βρίσκει σκούρα και, για να ξεφύγει, την εγκαλεί για ρατσισμό απέναντι στους εύσωμους. Τον φασκελώνει κι αρχίζει να τρώει τα νύχια της. Εκνευρίζεται κι αυτός: "Δηλαδή, είσαι υπέρ της επίσκεψης Τσίπρα στα μοναστήρια;". "Είμαι με όποιον μπορεί να μου προσφέρει δουλειά κι ένα πιάτο φαΐ. Χέστηκα για το αν αυτός επισκέπτεται μοναστήρια ή όχι". "Κι η υποκρισία δεν σε ενοχλεί;". "Όχι, ρε, δεν με ενοχλεί. Ή, αν προτιμάς, με ενοχλεί λιγότερο από την πείνα μου".

Ο άνδρας κάτι μουρμουρίζει για ρεφορμισμό. Τον φασκελώνει ξανά: "Ρε κόπανε, όταν οι άλλοι σε πολεμάνε με χημικά κι εσύ τους πετάς πέτρες, δεν καταλαβαίνεις ότι θα σε φάνε λάχανο"; "Ποιοι πετάνε χημικά;". "Ποιοι; Όλοι τους. Αυτοί που μας έχουν βάλει κάτω και μας πατάνε. Δες τους ευαίσθητους κεντροαριστερούς. Μόλις είδαν ότι υπάρχει ο κίνδυνος να χάσουν την κουτάλα μέσα σε μια ώρα βάφτισαν τους φασίστες φιλελεύθερους. Κι όχι μόνο τους βάφτισαν, όχι μόνο συνεργάστηκαν μαζί τους, αλλά τους εκθειάζουν κιόλας. Κι εσύ μου τσαμπουνάς αρλούμπες για ιδεολογικές καθαρότητες. Τον εχθρό σου πρέπει να τον πολεμήσεις με τα όπλα του". "Εμείς δεν θα γίνουμε σαν κι αυτούς. Εμείς θα διεκδικήσουμε την εξουσία με τους δικούς μας όρους". "Και ποιοι είναι οι δικοί σας όροι;". "Η ριζοσπαστικοποίηση της κοινωνίας. Η κοινωνία, αργά αλλά σταθερά, αποκτά ταξική συνείδηση". "Ποια ριζοσπαστικοποίηση και ποια ταξική συνείδηση, ρε κακομοίρη. Έχεις δει τι κυκλοφορεί εκεί έξω; Αν νομίζετε ότι θα χώσετε ταξική συνείδηση στο κεφάλι του ψηφοφόρου του Μπέου είσαστε αξιοθρήνητοι. Θέλεις να σου πω πού ποντάρετε; Στην εξαθλίωση. Παρακαλάτε να εξαθλιωθεί ακόμη περισσότερο η κοινωνία για να πάρετε την εξουσία με τους δικούς σας όρους". "Κι είναι κακό αυτό;". "Ναι, ρε, είναι. Γιατί αν ήσασταν πραγματικοί ιδεολόγοι θα προσπαθούσατε να σώσετε όσο το δυνατόν περισσότερους, κι όχι να παρακαλάτε να ψοφήσουν οι μισοί, για να γίνουν ψηφοφόροι σας οι εναπομείναντες ζωντανοί".

"Μας αδικείς", παραπονιέται. "Όχι, δεν σας αδικώ. Ξέρεις πότε θα σας αδικήσω; Αν και αύριο δεν έχω τίποτα να βάλω στην κατσαρόλα. Τότε όχι μόνο θα σας αδικήσω, αλλά θα σας πάρω και στο κυνήγι με τον πλάστη. Τ' ακούς; με τον πλάστη...".

----------------------------
Πηγή:tvxs

Παρασκευή, 2 Αυγούστου 2013

Ενιαίο αντιναζιστικό μέτωπο; Του Νίκου Αραπάκη

Παρασκευή, Αυγούστου 02, 2013
Ενιαίο αντιναζιστικό μέτωπο; Του Νίκου Αραπάκη
[...] Ακούω/διαβάζω διάφορες απόψεις τον τελευταίο καιρό, οι οποίες συνηγορούν υπέρ ενός ενιαίου αντιναζιστικού μετώπου. Λένε όσοι διακινούν αυτές τις απόψεις, ότι πρέπει όλοι, ανεξαρτήτως ιδεολογικών τοποθετήσεων, να συνασπιστούμε εναντίον του ναζιστικού κινδύνου. Εκ πρώτης όψεως, δεν είναι παράλογη αυτή η θέση. Όλοι όσοι αυτοπροσδιοριζόμαστε ως πολιτισμένοι, οφείλουμε να καταδικάζουμε ρητά και απερίφραστα τη χυδαιότητα και βαρβαρότητα των νεοναζιστών. Όμως, από την ομόθυμη καταδίκη μέχρι τη δημιουργία ενιαίου μετώπου, υπάρχει χάος. [...]
Τα τελευταία χρόνια, ένα πρόσωπο του στενού συγγενικού μου περιβάλλοντος εκδήλωσε ένα σπάνιο αυτοάνοσο νόσημα. Για τουλάχιστον μια πενταετία νοσηλευόταν συνεχώς σε διάφορα νοσοκομεία, χωρίς, όμως, να καταφέρουν να εντοπίσουν τη ρίζα του κακού. Οι γιατροί έτρεχαν μονίμως πίσω από τα –διαφορετικά κάθε φορά– συμπτώματα, αδυνατώντας να εντοπίσουν τι ήταν αυτό που τα προκαλούσε. Μέχρι που, λίγο καιρό πριν, μάλλον τυχαία, το πρόβλημα εντοπίστηκε και αντιμετωπίστηκε.

Έκανα αυτή τη μικρή, άσχετη εισαγωγή για να καταδείξω ότι ακολουθώντας τα συμπτώματα δεν είναι αυτονόητο ότι θα καταλήξεις στην αιτία. Διότι κάποιες φορές, όπως στην περίπτωση που προανέφερα, μπορούν να σε παραπλανήσουν και να σε οδηγήσουν σε εντελώς λανθασμένα συμπεράσματα. Και το μεγαλύτερο λάθος που μπορείς να κάνεις σε αυτή την περίπτωση είναι να ερμηνεύσεις το σύμπτωμα ως αίτιο. Αυτό, δηλαδή, που γίνεται, από κάποιους, με την περίπτωση της χρυσής αυγής.
Αντί να αντιληφθούν ότι η χρυσή αυγή μεταλλάχθηκε από ένα περιθωριακό μόρφωμα σε κοινοβουλευτικό κόμμα λόγω των πολιτικών εξαθλίωσης, προσπαθούν να αποδώσουν τη γιγάντωσή της στον υφέρποντα φασισμό της ελληνικής κοινωνίας.
Βέβαια, αυτή η εκδοχή δεν είναι εντελώς λανθασμένη. Σαφώς και υπάρχει ένα κομμάτι του πληθυσμού που βρίσκει θελκτικές τις θέσεις της χρυσής αυγής.  Όμως, γιατί, εφόσον η χρυσή αυγή υπάρχει για πολλά χρόνια, αυτές τις θέσεις τις ανακάλυψε τώρα; Η απάντηση είναι πολύ απλή: Λόγω των πολιτικών λιτότητας, οι οποίες έχουν επιβληθεί. Κι αυτό δεν είναι μόνο ελληνικό φαινόμενο, όπως θέλουν να πιστεύουν κάποιοι.

Η άνοδος των φασιστικών κινημάτων πήγαινε, πάντοτε, χέρι-χέρι με την εξαθλίωση. Όσο ένας λαός εξαθλιώνεται, τόσο πιο εύκολα χάνει την ψυχραιμία του και γίνεται ευεπίφορος σε κηρύγματα μίσους, τόσο πιο εύκολα υποκύπτει σε κόμματα τα οποία, ελλείψει πραγματικών θέσεων, επαγγέλλονται την τιμωρία και την εκδίκηση.

Ακούω/διαβάζω διάφορες απόψεις τον τελευταίο καιρό, οι οποίες συνηγορούν υπέρ ενός ενιαίου αντιναζιστικού μετώπου. Λένε όσοι διακινούν αυτές τις απόψεις, ότι πρέπει όλοι, ανεξαρτήτως ιδεολογικών τοποθετήσεων, να συνασπιστούμε εναντίον του ναζιστικού κινδύνου. Εκ πρώτης όψεως, δεν είναι παράλογη αυτή η θέση. Όλοι όσοι αυτοπροσδιοριζόμαστε ως πολιτισμένοι, οφείλουμε να καταδικάζουμε ρητά και απερίφραστα τη χυδαιότητα και βαρβαρότητα των νεοναζιστών. Όμως, από την ομόθυμη καταδίκη μέχρι τη δημιουργία ενιαίου μετώπου, υπάρχει χάος.
Κι αυτό το χάος, κάποιοι επιχειρούν να το καλύψουν με τεράστια λογικά άλματα. Πώς είναι δυνατόν να συμπαραταχθούμε άνθρωποι με εντελώς διαφορετικές κοσμοθεωρίες; Αρκεί ο ναζιστικός κίνδυνος για να μας ενώσει και να μας κάνει να ξεπεράσουμε τις διαφορές μας; Αλλά κι αν ακόμη υποθέσουμε ότι αρκεί, θα έχει πραγματικό αντίκτυπο στην κοινωνία ή θα είναι μια πομφόλυγα με μοναδικό σκοπό τη δημιουργία εντυπώσεων;
Εδώ που βρισκόμαστε δεν μπορούμε και δεν έχουμε το δικαίωμα να βαυκαλιζόμαστε. Όσο σοβαρός και υπαρκτός κι αν είναι ο κίνδυνος των νεοναζιστών, δεν μπορεί να κατεδαφίσει, ιδίως υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες, τα τείχη που μας χωρίζουν.
Πώς θα ταυτιστώ εγώ με κάποιον ο οποίος πιστεύει ότι πρέπει να πουληθεί το νερό, ότι πρέπει να κλείσουν νοσοκομεία και σχολεία, ότι τα εκατομμύρια των ανέργων είναι αναγκαία προϋπόθεση για τον εκσυγχρονισμό του τόπου;
Και μην μου πει κανείς ότι αυτά είναι άσχετα. Είναι σχετικότατα. Και όχι μόνο είναι σχετικότατα, αλλά είναι και αυτά τα οποία θα χτίσουν τα θεμέλια επάνω στα οποία θα στηριχτούμε. Διότι μια συμμαχία δεν μπορεί να είναι αποτέλεσμα μόνο προθέσεων.

Πρέπει να υπάρχουν οι βάσεις εκείνες οι οποίες θα την κρατήσουν και θα τη στηρίξουν στο βάθος του χρόνου. Ιδίως όταν μιλάμε για τη συνένωση τόσων πολλών και διαφορετικών υλικών. Κι ας υποθέσουμε, ότι άνθρωποι με τις δικές μου απόψεις καταπίνουμε όλα τα παραπάνω και δεχόμαστε να συμμετάσχουμε σε ένα τέτοιο μέτωπο.

Οι βουλευτές της ΝΔ οι οποίοι αρνήθηκαν να υπογράψουν την άρση της ασυλίας του Κασιδιάρη για τον ξυλοδαρμό της Κανέλλη, ή αυτοί που ψήφισαν υπέρ της άρσης της ασυλίας του Τατσόπουλου, όταν προσπάθησε να τον σύρει στα δικαστήρια ο χρυσαυγήτης Παπάς, θα δεχθούν να συμμετάσχουν; Αστεία πράγματα. Απλώς, δεν γίνεται. Όποιος πιστεύει ότι με αυτά τα υλικά μπορεί να δημιουργηθεί ένα αρραγές μέτωπο, ικανό να αντιπαραταχθεί απέναντι στους νεοναζιστές αποτελεσματικά και με ομοψυχία, ζει σε έναν δικό του, φανταστικό κόσμο ή εξυπηρετεί προσωπικές σκοπιμότητες.
Πέραν αυτού όμως, υπάρχει και ένα άλλο ζήτημα. Αυτοί που θέτουν το ζήτημα του ενιαίου αντιναζιστικού μετώπου θεωρούν, προφανώς, πως το συγκεκριμένο πρόβλημα είναι το κορυφαίο, αυτό το οποίο οφείλουμε να αντιμετωπίσουμε άμεσα. Είναι, όμως, έτσι; Είναι αυτό το μεγάλο μας πρόβλημα αυτή τη συγκεκριμένη στιγμή; Εννοείται πως όχι.
Η χρυσή αυγή, όσο κι αν είναι ένα μεγάλο πρόβλημα, δεν είναι το μεγαλύτερο. Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι οι πολιτικές που εξαθλιώνουν το λαό, και οι οποίες, όσο δεν αναχαιτίζονται, θα εξακολουθούν να τροφοδοτούν τη δεξαμενή της χρυσής αυγής. Κι αυτό δεν το λέω εγώ, το αποδεικνύει η πράξη. Η χρυσή αυγή γιγαντώνεται μέρα με τη μέρα, κάθε καινούργιο μέτρο πιστώνει στον εκλογικό λογαριασμό της καινούργιους ψηφοφόρους. Κι αν αυτό δεν αλλάξει, όχι ένα αλλά εκατό αντιναζιστικά μέτωπα να φτιάξουμε, πάλι η χρυσή αυγή θα δυναμώνει. Κι όποιος δεν το καταλαβαίνει αυτό, εθελοτυφλεί.
Η χρυσή αυγή αντλεί ψηφοφόρους από τις δεξαμενές των κατεστραμμένων. Κι όσο γεμίζουν αυτές οι δεξαμενές, το πρόβλημα δεν πρόκειται να λυθεί. Θα κυνηγάμε, δηλαδή, το σύμπτωμα αδιαφορώντας για την αιτία. Εκτός αυτού όμως, υπάρχει και ένας ακόμη μεγαλύτερος κίνδυνος: Εάν, όντως, συμφωνήσουμε όλοι να συμπαραταχθούμε μέσα από ένα κοινό μέτωπο εναντίον της χρυσής αυγής, ελλοχεύει ο κίνδυνος να την εμφανίσουμε στα μάτια των πολιτών ως τη μοναδική αντισυστημική δύναμη. Και οι νεοναζί, οι οποίοι έχουν αποδείξει ότι στα επικοινωνιακά παίρνουν άριστα, θα το εκμεταλλευτούν από την πρώτη στιγμή, με αποτέλεσμα, αντί να τους απομονώσουμε και να τους συρρικνώσουμε, να τους ενισχύσουμε. Το έχουν σκεφτεί αυτό το ενδεχόμενο όλοι όσοι διακινούν την ιδέα του ενιαίου αντιναζιστικού μετώπου; Άγνωστο.
Λοιπόν, ας αφήσουμε τις βαρύγδουπες δηλώσεις περί ενιαίων αντιναζιστικών μετώπων, οι οποίες δεν έχουν παρά μόνο επικοινωνιακή αξία, κι ας προσπαθήσουμε να αντιπαρατεθούμε στον ναζιστικό κίνδυνο, ο καθένας με τον τρόπο του και τις δυνάμεις του, με σοβαρότητα, υπευθυνότητα και, κυρίως, έχοντας επίγνωση της κατάστασης.
Εάν χρειαστεί συμπαράταξη εναντίον της χρυσής αυγής (στις επερχόμενες δημοτικές εκλογές είναι πιθανό, προ του κινδύνου κάποιοι δήμοι να καταλήξουν στα χέρια των νεοναζιστών, να τεθεί ένα τέτοιο ζήτημα), θα αποφασιστεί από τους πολίτες και όχι από κάποιους «σοφούς».

Και πάνω απ’ όλα, ας προσπαθήσουμε να αντιμετωπίσουμε το φαινόμενο χρυσή αυγή ερμηνεύοντας σωστά τα όσα μας συμβαίνουν. Διότι εάν πιστέψουμε ότι η χρυσή αυγή θα συρρικνωθεί μέσα από ένα αμφιβόλου ποιότητας και αποτελεσματικότητας αντιναζιστικό μέτωπο, σημαίνει ότι δεν έχουμε καταλάβει τίποτα απ’ όσα μας συμβαίνουν.
Και το χειρότερο δεν θα είναι αυτό, αλλά ότι την ίδια ώρα, ενόσω εμείς θα μιμούμαστε τον σκύλο που κυνηγάει την ουρά του, το νεοναζιστικό μόρφωμα θα μεγαλώνει και θα διαποτίζει με δηλητήριο ολοένα και μεγαλύτερο τμήμα του πληθυσμού.-

---------------------------
Πηγή: tvxs.gr

Κυριακή, 20 Μαΐου 2012

Αναζωπυρώνεται η αρχέγονη διαμάχη Αριστεράς - Δεξιάς. Του Ν. Αραπάκη

Κυριακή, Μαΐου 20, 2012
[Τον συγγραφέα Νίκο Αραπάκη δεν τον γνωρίζω, το άρθρο του αυτό όμως με εκφράζει σχεδόν πλήρως. Δεν μπορώ να καταλάβω την εμμονή της ΑΝΤΑΡΣΥΑ για αυτόνομη κάθοδο στις επόμενες εκλογές - περίπου στα χνάρια του ΚΚΕ - παρά την κρισιμότητα των στιγμών και παρά την έντονη αντίδραση πολλών οργανωμένων μελών και φίλων της. Δεν πρέπει να παραλείψω να αναφέρω την τρομερή ελευθερία λόγου στο εσωτερικό της όπως και στο δικτυακό μέσο που διαθέτει: αν πάει κανείς στο λινκ http://www.antarsya.gr που είναι το όργανο της ΑΝΤΑΡΣΥΑ θα βγει τα πάντα! Όσο κι αν φαίνεται αυτό δευτερεύον, πιστέψτε με για την Αριστερά της σήμερον αποτελεί κατάκτηση. Είναι κι αυτός ένας από τους λόγους που σαν ανεξάρτητος αριστερός εδώ και καιρό είμαι πολύ κοντά της.]
"Όλα δείχνουν ότι αναζωπυρώνεται η αρχέγονη διαμάχη μεταξύ δεξιάς και αριστεράς, όχι όμως με τους όρους, την ορολογία και τον τρόπο που την γνωρίσαμε καθ’ όλη τη διάρκεια της μεταπολίτευσης, αλλά με έναν τρόπο πιο –ας μου επιτραπεί η έκφραση– σκληρό, που παραπέμπει, κατά κάποιο τρόπο, στην Ελλάδα της Κατοχής και του εμφυλίου."
Τις τελευταίες ημέρες αναπτύσσεται μια συζήτηση περί της κοινής καθόδου στις επερχόμενες εκλογές των – λεγόμενων και, κυρίως, αυτοπροσδιοριζόμενων – φιλοευρωπαϊκών δυνάμεων. Να συνενωθούν δηλαδή όλοι όσοι προκρίνουν ως μονόδρομο την παραμονή μας στο ευρώ και την ευρωπαϊκή ένωση, να κατεβάσουν ένα κοινό ψηφοδέλτιο και να αποτελέσουν το αντίπαλο δέος στην αριστερή πρόταση εξουσίας, που οραματίζεται ο Τσίπρας και ο ΣΥΡΙΖΑ. Σύμφωνα με αυτούς που διακινούν αυτή την πρόταση, τα κόμματα που είναι εξ ορισμού φιλοευρωπαϊκά και θα μπορούσαν να συμμετέχουν σε αυτή την προσπάθεια είναι το ΠΑΣΟΚ, η ΝΔ, καθώς και τα διάφορα μικρά φιλελεύθερα κόμματα τα οποία δεν κατάφεραν να μπουν στη βουλή αλλά, αθροιζόμενα, έχουν ένα ποσοστό όχι ευκαταφρόνητο (κυκλοφορούν και κάποιες εκδοχές λίγο διαφορετικές που είτε προσθέτουν είτε αφαιρούν κάποια κόμματα, αλλά, ως προς την ουσία του εγχειρήματος, δεν νομίζω ότι αλλάζει κάτι).

Μολονότι οι πιθανότητες να πραγματοποιηθεί ένα τέτοιο σενάριο είναι από ελάχιστες έως ανύπαρκτες, νομίζω ότι αξίζει να ασχοληθούμε μαζί του. Γιατί; Διότι δείχνει με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο τις διεργασίες που συντελούνται στην κοινωνία μας, και οι οποίες είναι εξαιρετικά δυναμικές, πρωτόγνωρες για τη σύγχρονη Ελλάδα, αλλά πάνω απ’ όλα δείχνουν ότι αναζωπυρώνεται η αρχέγονη διαμάχη μεταξύ δεξιάς και αριστεράς, όχι όμως με τους όρους, την ορολογία και τον τρόπο που την γνωρίσαμε καθ’ όλη τη διάρκεια της μεταπολίτευσης, αλλά με έναν τρόπο πιο –ας μου επιτραπεί η έκφραση– σκληρό, που παραπέμπει, κατά κάποιο τρόπο, στην Ελλάδα της Κατοχής και του εμφυλίου.

Η διακυβέρνηση της αριστεράς, που για πρώτη φορά στη σύγχρονη ελληνική ιστορία δεν είναι σενάριο επιστημονικής φαντασίας αλλά ένα ενδεχόμενο που συγκεντρώνει πολλές πιθανότητες πραγματοποίησης, θορύβησε πολλούς. Ακόμη κι αν ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι ένα κόμμα που ομνύει στη δικτατορία του προλεταριάτου, όπως το ΚΚΕ, αλλά ένα κόμμα της ριζοσπαστικής και ανανεωτικής αριστεράς, έκανε ένα σημαντικό μέρος του πληθυσμού, που όλα τα προηγούμενα χρόνια το είχε ταυτίσει με τους –σύμφωνα με τη Μανδραβέλεια διάλεκτο– μπαχαλάκηδες, να ανατριχιάσει.

Κυρίως όμως, αυτή που ανατρίχιασε ήταν η αστική τάξη της χώρας.  Βιομήχανοι, επιχειρηματίες, εφοπλιστές και, πάνω απ’ όλα, οι βαρόνοι των μέσων ενημέρωσης έχουν επιδοθεί σε έναν ανελέητο πόλεμο αποδόμησης της εικόνας του ΣΥΡΙΖΑ (την πρόταση του προέδρου του ΣΕΒ για κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, την θεωρώ ένα επιτυχημένο αστείο). Για πολλούς και διάφορους λόγους.

Σίγουρα κάποιοι από αυτούς που αντιδρούν το κάνουν όχι μόνο γιατί είχαν μάθει να παρασιτούν εις βάρος του δημοσίου και τώρα βλέπουν τις διόδους προς τα κρατικά ταμεία να κλείνουν αλλά και γιατί είχαν μάθει να συγ-κυβερνούν, να έχουν λόγο σε κάθε απόφαση, μικρή ή μεγάλη, που αφορά στον τόπο, κι είναι αυτονόητο ότι σε μια ενδεχόμενη κυβέρνηση της αριστεράς αυτό το «προνόμιο» θα αποτελέσει παρελθόν. Βέβαια, δεν πρέπει και δεν μπορούμε να αποδώσουμε σε όλους δόλο. Υπάρχει και ένα κομμάτι της αστικής τάξης το οποίο αντιδρά διότι διαφωνεί ιδεολογικά με μια κυβέρνηση της αριστεράς και θεωρεί –μάλλον όχι άδικα – ότι θα είναι βλαπτική για τα συμφέροντά της.

Όποιος έχει μελετήσει, έστω στοιχειωδώς, την περίοδο της δεκαετίας του ’40, θα γνωρίζει ότι με τον ίδιο πάνω-κάτω τρόπο αντέδρασε και η αστική τάξη της εποχής στην εμφάνιση του ΕΑΜ. Λοιδορία, απαξίωση, καταστροφολογία για τις συνέπειες της άφρονος στάσης του, που θα οδηγήσει το λαό σε μεγάλες περιπέτειες κλπ, κλπ, κλπ. Δεν πρέπει να εκπλησσόμαστε.

Οι λογικές των αστικών τάξεων είναι διαχρονικές, διαφοροποιούνται ελάχιστα από τις συνθήκες ή τις εποχές και, πάνω απ’ όλα, έχουν ως άξονα την επιβίωση της ίδιας της τάξης τους και όχι του λαού. Δεν είναι, όμως, μόνο οι λογικές και τακτικές των αστικών τάξεων που δεν διαφοροποιούνται.

Το ίδιο συμβαίνει και με τους δοκιμαζόμενους λαούς οι οποίοι, κάθε φορά που αντιμετωπίζουν προβλήματα επιβίωσης, αφήνουν στην άκρη τις μειλίχιες συμπεριφορές, σταματούν να είναι πειθήνιοι και ριζοσπαστικοποιούνται, αδιαφορώντας για τις νουθεσίες, τις προτροπές ή τους εκφοβισμούς που αφειδώς σκορπούν οι εκάστοτε ελίτ –βλέπετε, η ανάγκη για φυσική επιβίωση υπερτερεί οποιουδήποτε άλλου επιχειρήματος.

Είναι γεγονός ότι η δεκαετία του ’40 με το σήμερα έχει ελάχιστες ομοιότητες. Όμως, σιγά σιγά αναδύονται στην επιφάνεια κάποια κοινά χαρακτηριστικά τα οποία δύνανται να συνδέσουν τις δυο –φαινομενικά εντελώς αταίριαστες– εποχές. Καταρχήν, όπως και τότε έτσι και τώρα, μεγάλα τμήματα του πληθυσμού είτε έχουν εξαθλιωθεί είτε οδηγούνται προς την εξαθλίωση.

Κατά δεύτερον, όπως κατά τη διάρκεια της Κατοχής εμφανίστηκε από το πουθενά το ΕΑΜ για να δώσει δύναμη και ελπίδα στον δοκιμαζόμενο πληθυσμό, έτσι και σήμερα, τηρουμένων πάντοτε των αναλογιών, εμφανίστηκε ο ΣΥΡΙΖΑ, που μπορεί να μην είναι αυθεντικό προϊόν της κρίσης, όπως ήταν το ΕΑΜ, μιας και σαν κόμμα υπάρχει αρκετά χρόνια, όμως το απότομο μεγάλωμά του και η μετάλλαξή του από ένα κόμμα που παλεύει μονίμως για την επιβίωσή του σε κόμμα εξουσίας, είναι κάτι που, αδιαμφισβήτητα, οφείλεται στις ειδικές συνθήκες που βιώνουμε σήμερα.

Ξέρω ότι κάποιοι, και μόνο στην ιδέα ότι προσπαθώ να παραλληλίσω το ΕΑΜ και τον ΣΥΡΙΖΑ, θα με χαρακτηρίσουν ιερόσυλο. Όμως, αν αφήσουμε έξω το συναίσθημα και προσεγγίσουμε το ζήτημα με την ψυχρή λογική,  θα διαπιστώσουμε ότι οι ομοιότητες είναι αρκετές. Ακόμη κι αν η δυναμική του ΕΑΜ με του ΣΥΡΙΖΑ δεν δύνανται να συγκριθούν, οι δυο αυτοί σχηματισμοί παρουσιάζουν αρκετά ακόμη κοινά χαρακτηριστικά. Παραδείγματος χάρη, όπως το ΕΑΜ δεν είχε στελεχωθεί από ανθρώπους αποκλειστικά αριστερών πεποιθήσεων, το αυτό συμβαίνει σήμερα και με τους ψηφοφόρους του ΣΥΡΙΖΑ. Και βάσει των όσων διάβασα αλλά και από προσωπική εμπειρία, γνωρίζω ότι πολλοί άνθρωπου που ψήφισαν ΣΥΡΙΖΑ το έκαναν όχι γιατί έλκονται από τη γενικότερη ιδεολογία του αλλά ως λύση ανάγκης. Κι αυτό δεν είναι κατ’ ανάγκη κακό.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι τόσο το ΕΑΜ όσο και ο ΕΛΑΣ, παρότι ήταν δημιουργήματα του ΚΚΕ, ενσωμάτωσαν στις τάξεις τους πλήθος ανθρώπων από όλες τις παρατάξεις. Είτε μας αρέσει είτε όχι, όταν κάποιος κινδυνεύει να πνιγεί ψάχνει για μια οποιαδήποτε σανίδα σωτηρίας και όχι για μια σανίδα που θα είναι πιο κοντά στα –ιδεολογικά– γούστα του.

Θα μπορούσα να καταθέσω αρκετές ακόμη ομοιότητες του τότε με το σήμερα αλλά, μιας και δεν νομίζω ότι θα προσθέσει κάτι εξαιρετικό στην όλη κουβέντα, δεν θα το κάνω. Θα σταθώ όμως σε μια ομοιότητα, που αποτέλεσε την αφορμή γι’ αυτό το άρθρο: Τον διχασμό της κοινωνίας σε δυο στρατόπεδα. Αυτό, νομίζω, είναι που χαρακτήριζε όλη την δεκαετία του ’40, αλλά χαρακτηρίζει, εξίσου, και την εποχή που διανύουμε σήμερα. Πλέον οδηγούμαστε, με μαθηματική ακρίβεια, σε μια σύγκρουση μανιχαϊστικής λογικής.  Περιθώρια για άλλες δυνάμεις πέραν των δυο, δεν υπάρχουν.

Όσοι στέκονται στο μέσο είτε θα συνθλιβούν είτε θα αναγκαστούν να προσχωρήσουν σε κάποιο από τα δυο στρατόπεδα. Το αρχέγονο δίπολο δεξιά-αριστερά, που για πολλά χρόνια βρισκόταν σε χειμερία νάρκη, δείχνει να ξυπνάει, βρυχώμενο.

Από τη μια πλευρά στέκεται η δεξιά, που τώρα είναι πιο εκσυγχρονισμένη και περισσότερο διευρυμένη ιδεολογικά, δεν ομνύει (αποκλειστικά) στην πατρίδα, τη θρησκεία και την οικογένεια αλλά, κυρίως, στην οικονομία της αγοράς, ενώ έχει καταφέρει να ενσωματώσει ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού έχοντας ως πρόταγμα την φιλοευρωπαϊκή της διάσταση.  Από την άλλη πλευρά, η αριστερά, που και αυτή έχει αλλάξει αρκετά σε σχέση με αυτήν της δεκαετίας του ‘40, αφού δεν ομνύει πια στη δικτατορία του προλεταριάτου αλλά προτείνει/προκρίνει ένα μικτό σύστημα οικονομίας, εξακολουθεί να πορεύεται με κύριο άξονα την προστασία των φτωχών και των κατατρεγμένων.

Μόνο που τούτη τη φορά τα προβλήματα που καλείται να αντιμετωπίσει είναι περισσότερα και πιο σύνθετα. Το κυριότερο από αυτά είναι ότι δεν έχει πλέον το ηθικό/ιδεολογικό πλεονέκτημα που είχε η αριστερά της Κατοχής και του εμφυλίου. Όσο κι αν ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι ΚΚΕ και δεν είναι υποχρεωμένος να απολογείται για την αποτυχία του σοσιαλιστικού πειράματος, στη συνείδηση ενός μεγάλου μέρους του κόσμου αυτή η αποτυχία τον βαραίνει. Μόνο τυχαίο δεν είναι άλλωστε ότι οι αντίπαλοί του τον κατηγορούν ότι θα μας μετατρέψει σε Βόρεια Κορέα ή Κούβα.

Από τώρα και μέχρι τις εκλογές η σύγκρουση θα κλιμακώνεται ραγδαία. Η παράταξη της δεξιάς θα ενισχύεται καθημερινά και από τους συμμάχους της στο εξωτερικό. Η κινδυνολογία, που μέχρι τώρα αποτέλεσε ένα από τα κυριότερα όπλα της, θα ενταθεί και θα ενισχυθεί και με περιποιημένες εισαγόμενες δόσεις. Όχι τυχαία. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ακόμη κι αν ένα σημαντικό κομμάτι του πληθυσμού έχει οδηγηθεί ήδη στο περιθώριο και ως εκ τούτου έχει παγιώσει τις πολιτικές/κομματικές του επιλογές, ένα ακόμη μεγαλύτερο κομμάτι το οποίο καταφέρνει, έστω με δυσκολία, να επιβιώνει, είναι αυτό που τελικά θα κρίνει τις εκλογές. Εάν η κινδυνολογία και η λογική του «υπάρχουν και χειρότερα» το επηρεάσει ή όχι, και σε ποιο βαθμό, θα φανεί στις κάλπες.

Η αριστερά, εάν θέλει να έχει πιθανότητες επιτυχίας, οφείλει, κατά την εκτίμησή μου, να κάνει δυο πράγματα, πρώτον, να πορευτεί με ρεαλισμό και να βρει τη χρυσή τομή μεταξύ του εφικτού και του οράματος. Όσο κι αν η σύγκρουση είναι κάποιες φορές αναπόφευκτη και χρήσιμη, δεν μπορεί και δεν πρέπει να είναι αυτοσκοπός. Κι όποιος διαφωνεί, ας θυμηθεί που οδηγήθηκε το αριστερό κίνημα της μετακατοχικής Ελλάδας.
Δεν θέλω να κάνω μαθήματα ιστορίας, αλλά δεν έχω βρει κανέναν άνθρωπο που να γνωρίζει στοιχειωδώς τα της συγκεκριμένης εποχής και να μην αναγνωρίζει ότι η αποχή της αριστεράς από τις εκλογές του ’46 υπήρξε η απαρχή της καταστροφής της.  Δεύτερον, εάν η αριστερά θέλει να μετουσιώσει την ψήφο διαμαρτυρίας που εισέπραξε στις προηγούμενες εκλογές σε ψήφο εμπιστοσύνης, πρέπει να μεταμορφωθεί, το συντομότερο δυνατόν, σε κόμμα εξουσίας.

Η πολυγλωσσία των συνιστωσών πρέπει να εκλείψει και να αντικατασταθεί από ένα λόγο που θα έχει ως άξονά του τον κυβερνητικό ρεαλισμό. Εάν βγαίνει ο κάθε ένας και λέει το μακρύ του και το κοντό του, προκοπή δεν πρόκειται να γίνει. Διότι καλά και άγια τα ουμανιστικά τσιτάτα και τα ηρωικά κελεύσματα περί αντίστασης των λαών και μπλα, μπλα, μπλα, αλλά αυτός που αγωνιά για το μισθό του και τη σύνταξή του, δεν νομίζω να πειστεί από τέτοιου είδους επιχειρήματα.

Δεν ξέρω ποιος θα βγει νικητής από αυτή τη μάχη. Αυτό που ξέρω είναι ότι η μάχη και προμηνύεται και θα είναι σκληρή. Εύχομαι και ελπίζω αυτή τη φορά να αντιστραφούν οι όροι και η αριστερά να μετακομίσει στο στρατόπεδο των νικητών. Κι αυτό δεν το εύχομαι στη λογική «να νικήσει η ομάδα μου». Το εύχομαι διότι πιστεύω ακράδαντα πως μια νίκη της αριστεράς θα σηματοδοτήσει εξελίξεις σε παγκόσμιο επίπεδο.

Όπως είχα γράψει και στο προηγούμενο άρθρο μου που είχε δημοσιευτεί πάλι στο tvxs, «ο καπιταλισμός-καζίνο πνέει τα λοίσθια». Αυτό που χρειάζεται για να μας αποχαιρετήσει μια και καλή, είναι μια γερή κατραπακιά. Ας ελπίσουμε ότι αυτή την κατραπακιά θα του τη δώσει η αριστερά. Η ελληνική αριστερά.

Υ.Γ.
Ένα φίλος δημοσιογράφος, ο Αλβανικής καταγωγής Νίκο Άγκο, ο οποίος ζει και εργάζεται στη χώρα μας για περισσότερα από 20 χρόνια, ειδοποιήθηκε από τις αρχές ότι πρέπει εντός ολίγων ημερών να εγκαταλείψει τη χώρα διότι, κατά τα έτη 2007 -2008, δεν συμπλήρωσε τον απαιτούμενο αριθμό ενσήμων. Σημειωτέον ότι ο Νίκο τον τελευταίο καιρό έχει δεχθεί, λόγω της αρθογραφίας του, πλήθος απειλών από μέλη της χρυσής αυγής. Όλοι μας, ο καθένας με τον τρόπο του και τις δυνατότητές του, πρέπει να παλέψουμε ώστε να αποτρέψουμε αυτή την αθλιότητα.

---
Σχετικά Άρθρα του Συγγραφέα:

Copyright © 2014-15 Απόψεις επώνυμα™ is a registered trademark.

Designed by Templateism. Hosted on Blogger Platform.