Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διηγήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διηγήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη, 14 Οκτωβρίου 2015

Ελλάδα, η χώρα του κόκκινου ήλιου - της Δανάης Καρυδάκη

Τετάρτη, Οκτωβρίου 14, 2015

Εθνικός ύμνος της ήταν η Φραγκοσυριανή σε πρόσφατη διασκευή της Πάολας, και σημαία της ένα σουβλάκι με απ’ όλα (στην διόλου αποκεντρωτική πρωτεύουσα το εθνόσημο απεικονίζονταν ως καλαμάκι με τζατζίκι, ενώ στο αποσχιστικό κίνημα του βορρά ήταν εμφανή τα δείγματα κέτσαπ-μουστάρδας, εγείροντας ενστάσεις ανάμεσα στους ιστορικούς, το γνωστό και ως Μεσοσουβλακικό ζήτημα). Στη χώρα εκείνη κατοικούσε ένας λαός, όχι βέβαια έτσι μονοκόμματος και ομοιογενής όπως η γλώσσα μάς αφήνει να ορίζουμε· ήταν χωρισμένος σε μερίδες λέοντος και μερίδες ποντικού αυτός ο λαός, σε τάξεις, όπως λένε συχνά μεταξύ τους κάτι κουλτουριάρηδες με γυαλιά-πατομπούκαλα και γένια τριών εβδομάδων.


Καθώς γλυκοχάραζε ο νεοφιλελευθερισμός στην ήπειρο όπου ανήκε η χώρα της αφήγησής μας, ήρθε η ώρα που, όπως έλεγε και ένα παλιό και από χρόνια λησμονημένο τραγούδι, στολίστηκαν οι ξένοι τραπεζίτες, ξυρίστηκαν κι οι εγχώριοι μεσίτες, και ο λαός αυτός ή, για να είμαστε ακριβολόγοι, η εργατική και μέση τάξη του, κλήθηκε να πληρώσει τα σπασμένα των μεγάλων που κυβερνούν την πλάση τούτη (τους οποίους όσο τα στομάχια ήσαν γεμάτα επανεξέλεγε με περισσή εθελοτυφλία στα κατά καιρούς οικονομικά σκάνδαλα). Και πλήρωσε. Και ξαναπλήρωσε. Και τον απολύσανε από τη δουλειά του. Και του αρνήθηκαν τα δεδουλευμένα. Και έβαλε λουκέτο. Και η τράπεζα, που ανάθεμα την ώρα που έπαιρνε το δάνειο, τον απείλησε ότι θα του πάρει το σπίτι. Και παρέδωσε τις πινακίδες του αυτοκινήτου που είχε αγοράσει με τα πρώτα του λεφτά και τον πρώτο του ανδρισμό. Και πούλησε μπιτ παρά το κτήμα στο χωριό, που σκόπευε να γράψει στην εγγονή του «άμα με το καλό διαβεί τα σκαλιά της εκκλησίας». Και πήγε στο αεροδρόμιο ανήμερα Πρωτοχρονιά να χαιρετήσει τα δυο παιδιά της που έφυγαν μετανάστες, το ένα στη Νορβηγία, το άλλο στο Ντουμπάι,τα καμάρια και οι καημοί της, που τα σπούδαζε επιστήμονες τόσα χρόνια, και ο γιος της ο μεγάλος της είπε «μάνα φεύγουμε για τόπους που έχουν δουλειές, εσύ κοίτα να τα βολέψεις, και να προσέχεις τον μπαμπά που έχει την καρδιά του». Και πήγε σχολείο και άλλαξε θρανίο, για να μην ακούσει η Μαριάννα, η ωραία ας το πούμε της τάξης, το στομάχι του που γουργούριζε από την πείνα μετά το μεγάλο διάλειμμα. Και έβαλε έναν ασθενή της στο χειρουργείο και τον έχασε πάνω στο χειρουργικό τραπέζι από εκτεταμένη αιμορραγία, γιατί η διοίκηση του νοσοκομείου δεν είχε λεφτά για γάζες. Και έκανε τα στραβά μάτια όταν της την έπεσε το γλοιώδες αφεντικό της μια Παρασκευή που έμεινε ως αργά στο γραφείο, γιατί «από την ανεργία,» σκέφτηκε, «καλύτερη η σεξουαλική παρενόχληση». Και έμεινε έναν χειμώνα χωρίς θέρμανση. Και ύστερα κι άλλον. Και ύστερα κι άλλον ένα.

Και ένα πρωί ξύπνησε. Ένα άγριο, ζεστό, τρεμάμενο κι όμως τόσο στιβαρό συναίσθημα φώλιασε μέσα του και σιγά σιγά τον πλημμύρισε. Πρώτα ένιωσε τα μάγουλά του να καίγονται, μετά τους κροτάφους του να πάλλονται, τα φρύδια να σμίγουν, τα πόδια να στυλώνουν στο έδαφος, οι γροθιές να σφίγγουν σε μπουνιά που όλως ευχαρίστως θα απηύθυνε σε αυτούς τους τζιτζιφιόγκους που κάθονταν στα έδρανα της Βουλής και αποφάσιζαν για εκείνον χωρίς εκείνον, όπως λέει και το ελαφρο-λαϊκό-ποπ άσμα που άκουσε σε ένα φεστιβάλ της ΚΝΕ το 2001, που πήγε για τα μάτια της Λένας δηλαδή, αλλά εκείνη του έριξε χυλόπιτα για έναν άχαρο ψηλολέλεκα συμφοιτητή, το όνομα του οποίου του διέφευγε. Όχι, βροντοφώναξε. Όχι. Φτάνει, ως εδώ. Και βγήκε στο μπαλκόνι και μετά στο δρόμο να το φωνάξει αυτό το όχι που τον έκαιγε.Ποιος;Αυτός, που στο Πολυτεχνείο, στα κρυφά μεν αλλά με συνέπεια δε, έπαιρνε σημειώσεις από τα τραπεζάκια της ΔΑΠ. Και είδε κι άλλους πολλούς στον δρόμο. Και έγιναν ένα.Και τα όχι τους ενώθηκαν σε μια κραυγή που έγινε τραγούδι. Και καθώς η φωνή του έσμιξε με τις φωνές των άλλων, ο ήρωάς μας ήλπισε για μια στιγμή πως της δικαιοσύνης ο ήλιος ο νοητός θα ανατείλει στη χώρα της εξιστόρησής μας.

Αντί για τον ήλιο, ένας ολόχρυσος Μεσσίας, με φωτοστέφανο και αστραφτερό χαμόγελο Colgate, μετρίου αναστήματος αλλά με μεγάλο μέτωπο, που φανερώνει άνθρωπο έξυπνο και με ψυχή καθάρια, όπως της είπε η γιαγιά της εν τη ρύμη του λόγου όταν ήταν Β’ Λυκείου και ζαχάρωνε τον φαρδυμέτωπο Μαθηματικό της, έκανε την εμφάνισή του, σχεδόν σαν να κατέβηκε από τους ουρανούς. «Μην σας νοιάζει, παιδιά» αναφώνησε «Εγώ είμαι εδώ. Ψηφίστε με, δώστε μου λευκή επιταγή και θα τα φτιάξω όλα από την αρχή. Θα σας σώσω από τα δεινά σας, θα σας απαλλάξω από τα βάσανά σας, θα σας γλιτώσω από τις κακουχίες σας. Πάτε στα σπίτια σας εν τω μεταξύ, κι εγώ θα σας φροντίσω.» Το πλήθος αναθάρρησε. Καλή και η κοινωνία των ίσων, καλή και η αδελφότητα που μας ενώνει, καλοί και οι από κοινού αγώνες, αλλά σαν έναν πατέρα καλό και φροντιστικό που θα τα κανονίσει όλα ενώ εμείς βλέπουμε επανάληψη το Ρετιρέ αμέριμνοι στην τηλεόραση, δεν έχει! Και γύρισαν σπίτια τους οι ηρωίδες και οι ήρωές μας και, σαν ήρθε το πλήρωμα του χρόνου, έδωσαν τη λευκή επιταγή στον καλό Μεσσία που, όπως διδάσκει άλλωστε και κάθε θρησκεία που σέβεται τον εαυτό της,είναι το φως το αληθινό, ο ένας και μοναδικός που θα φέρει τη σωτηρία.

Την πήρε, λοιπόν, την επιταγή ο καλός Μεσσίας και την έκανε, μετά συγχωρήσεως, κωλόχαρτο καπιτονέ με έξτρα απαλότητα. Πάνε οι ελπίδες, πάνε οι πανηγυρισμοί, πάει η φωλιά, πάν’ τα κοτσυφόπουλα, παν’ όλα. Και οι ήρωές μας έτσι που είχαν γυρίσει σπίτι δεν είχαν πια κουράγιο να ξαναβγούν στον δρόμο, δεν είχαν πια κουράγιο για εκείνο το ζεστό και άγριο συναίσθημα, θυμό θαρρώ το λένε, για εκείνη την μπουνιά που έμεινε τελικά ορφανή. Παγώσανε οι ήρωες, βυθίστηκαν σε μια μαστουρωμένη λήθη, στη σκέψη ήρθε και κούρνιασε μια απέραντη, χλιαρή και ισοπεδωτική αδιαφορία. «Τι να φτιάξω για αύριο, αγάπη μου; Γεμιστά ή γιουβαρλάκια;» ρωτά ο Γιάννης τον Δημήτρη, «Το ίδιο κάνει, όλα τα φαγητά την ίδια φάτσα έχουν,» αποκρίνεται εκείνος, παραφράζοντας ένα σύνθημα που είδε γραμμένο σε τοίχο στην Ιπποκράτους, καθώς έτρεχε, μια φορά κι έναν καιρό, μακριά από τα δακρυγόνα που του έκαιγαν τα πνευμόνια.

Ενώ λοιπόν οι ήρωές μας πλήττουν αφόρητα, η λυπητερή των νέων μέτρων λιτότητας ετοιμάζεται πυρετωδώς στην αυλή του Μεσσία, ενώ εκείνος βρίσκεται σε υπερατλαντικό ταξίδι για να συναντήσει έναν άλλο αποτυχημένο Μεσσία που κάποτε εξόρκιζε ως φονιά των λαών (ήταν σαν πάρτυ-reunion ένα πράγμα) με σκοπό, προφανώς, να ενημερώσει την υφήλιο για νέες μεθόδους διδακτικής της Αγγλικής. Στο αντίπαλο –κοινοβουλευτικό— στρατόπεδο, οι δελφίνοι άφησαν στην άκρη την αντιπολίτευση (ποιος τα βάζει άλλωστε με τον Θεό τον ίδιο;) και παίζουν μουσικές καρέκλες για την αρχηγία του κόμματος. Όλα αυτά είναι λογικά και αναμενόμενα, προσπαθεί να πείσει τον εαυτό του ο κύριος Τάκης στην πρωινή διαδρομή με το λεωφορείο. Έλα όμως που μέσα σε όλα αυτά τα λογικά και τα αναμενόμενα, τρύπωσε και ένας υφέρπων φασισμός που, μέσα στη γενική αδιαφορία και απαξίωση, έγινε τόσο κοινότοπος και ευτελής που πάψαμε πια να τον προσέχουμε;

Πρώτα πρώτα, ο εθνικολαϊκισμός του κυβερνητικού μετώπου δίνει και παίρνει. Σε ομιλία του προς ομογενείς επενδυτές, ο Μεσσίας της αφήγησής μας τόνισε ότι δεν έχει σημασία αν είμαστε, λέει, Αριστεροί ή Δεξιοί, σημασία έχει να αγαπάμε την χώρα και να κάνουμε τα πάντα γι’ αυτήν. Η χώρα δηλαδή και ο λαός της παρουσιάζονται σαν μια ομοιογενής μάζα και η ‘Αριστερά’ δεν έρχεται σαν πολέμιος της κοινωνικής ανισότητας αλλά σαν εγγυητής της πατριωτικής αγάπης: Ελληνίδα η Γιάννα Αγγελοπούλου-Δασκαλάκη, Ελληνίδα κι η κουτσή Μαρία χωρίς στον ήλιο μοίρα, να δούμε άραγε για ποια Ελλάδα θα προνοήσουν οι ομογενείς. Αλλά τι να περιμένει κανείς από κάποιον που έχει συμπαραστάτη έναν τύπο που έκανε δοξολογία επί ερυθρού τάπητος στην επέτειο της Ναυμαχίας της Σαλαμίνας, έναν ρατσιστή-αντισημίτη για παρ’ ολίγο υπουργό, και συμβουλάτορα έναν νέο-Πάγκαλο που κάνει τεμενάδες στο παπαδαριό για τα Θρησκευτικά στα σχολεία; Χαλάει λίγο την πιάτσα της Ελληναράδικης βαρβατίλας βέβαια η πιθανότητα ο περίτεχνος τάφος της Αμφίπολης να είναι φτιαγμένος από τον Μεγάλο Έλληνα Στρατηλάτη Αλέξανδρο για τον αδικοχαμένο καλό του Ηφαιστίωνα, αλλά αν σφυρίξουμε αδιάφορα στο σκοπό του RockyBalboa, ίσως και κανείς να μην το πάρει πρέφα.

Το τοπίο του υφέρποντος φασισμού έρχονται να συμπληρώσουν freepress και σάιτ απολιτίκ χιπστεροσύνης. Στη Lifo,υπό τον ευφάνταστο τίτλο «Το βδέλυγμα», ένας περί πολλού θεατρικός συγγραφέας κάνει ευθεία παραπομπή στο ‘Ο Αγών μου’δηλώνοντας πως η γονιμότητά του λαού της ιστορίας μας «είναι πλέον προγραμματισμένη γενετικώς και καθηλωμένη αποκλειστικώς στην τερατογένεση» και, άρα, πρέπει χωρίς «κανέναν οίκτο» να επιβληθεί στον λαό αυτό μια συντριπτική τιμωρία, η κατά Χίτλερ ‘Τελική Λύση’ όπως θα μπορούσε κάποιος να σημειώσει. Στα χνάρια lifestyle ειδήσεων και πάντα υπό το κυρίαρχο ανδρικό βλέμμα, η AthensVoice παρουσιάζει την Ουρανία Μιχαλολιάκου σαν την αιθέρια ύπαρξη της Βουλής, σχολιάζοντας τα ρούχα και τα κιλά της, χωρίς καμία αναφορά στις ιδέες της. Το protagon πάλι, που βρίθει κειμένων που σχολιάζουν την πολιτική επικαιρότητα από ‘αξιότιμους’ συναδέλφους όπως ο Τάκης Μίχας, ο Κώστας Γιαννακίδης ή ο Δημήτρης Καμπουράκης, απαγόρευσε στον συνεργάτη του, δημοσιογράφο NikoAgo,να γράφει άρθρα που κάνουν κριτική σε ΜΜΕ ή πολιτικούς και τελικά, σύμφωνα με μαρτυρία του ιδίου , διέκοψε τη συνεργασία του μαζί του, αναδυόμενο ως ο απόλυτος protagonιστής της προπαγάνδας.

Κερασάκι στην τούρτα το επίσημο φασιστικό κόμμα της χώρας, τα Χρυσά Αυγά, που έβαλαν μεν κουστούμια και γραβάτες όπως αρμόζει σε σωστούς καπιταλιστές, αλλά κράτησαν στην ψυχή τις σβάστικες και τα τσεκούρια. Η δικαιοσύνη, τυφλή ως τότε στις πράξεις τους, κινήθηκε εναντίον τους πριν δύο χρόνια μετά τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα, μουσικού που, για να μην ξεχνιόμαστε, ανήκε στην εργατική τάξη. Η δίκη τους με κατηγορία τη σύσταση εγκληματικήςοργάνωσης εκτυλίσσεται απουσία των μεγάλων ονομάτων. Στο εδώλιο αυτής της δίκης-φαρσοκωμωδίας είναι οι μικροί, ο Ρουπακιάς ή ο Πατέλης, χαμηλά στην ιεραρχία της οργάνωσης, εκφραστές της κοινοτοπίας του κακού, όπως έγραφε η HannahArendtτο ’63 για τη δίκη του συνταγματάρχη των SS και διοργανωτή του Ολοκαυτώματος AdolfEichmann. Προς υπεράσπισή τους, ο ΓΓ Ενημέρωσης και Επικοινωνίας, Πέτρος Κορμικιάρης, έσπευσε να του ιτάρει χυδαίες μομφές προς τον μητρικό θρήνο της Μάγδας Φύσσα στη λογική ‘καλά να πάθει το κωλόπαιδο’ που χορτάσαμε και μετά τη δολοφονία Γρηγορόπουλου: «Νέο δακρύβεκτο (sic) μελό από τή (sic) μητέρα τού (sic) Παύλου Φύσσα. Τό (sic) ότι ό (sic) γυιός (sic) της προκαλούσε μέ (sic) τά (sic) τραγούδια του, ώς (sic) μητέρα, δεν τήν (sic) αφορούσε.Βρε ούστ» (sick.-) Και έρχονται οι φασίστες να πιαστούν από το κατεξοχήν μήνυμα του Διαφωτισμού για την ελευθερία της σκέψης και για την πολιτική δίωξη των ιδεών τους, για να μας θυμίσουν πως τι κι αν παρέδωσε ο Χίτλερ τα όπλα στο πεδίο της μάχης, ο φασισμός, ως το αρχέγονο μίσος προς τη διαφορετικότητα εμπλουτισμένο με καπιταλιστική οικονομία και τεχνολογικές καινοτομίες, δεν έχει ακόμα ηττηθεί.

Κι έζησαν αυτοί κακά κι εμείς χειρότερα, ώσπου ένα πρωί ο ήρωάς μας ξύπνησε και ένα πρωτόγνωρο συναίσθημα ήρθε και φώλιασε μέσα του και σιγά σιγά τον πλημμύρισε. Πρώτα ένιωσε ένα βάρος να φεύγει από το στήθος του, το στέρνο του να απλώνει και να πλαταίνει σαν σφεντόνα. Ύστερα ένα τραγούδι αβίαστο, άγνωστο και λογοκριμένο από τον καιρό της Χούντας, αναρριχήθηκε από το στομάχι στο στόμα, και τα αυτιά του τέντωσαν να το ακούσουν: «…Θα κλείσω τα μάτια, θ’ απλώσω τα χέρια/μακριά από τη φτώχεια, μακριά απ’ τη μιζέρια/ θα πάρω τη στράτα κι εγώ τη μεγάλη/ θα κλείσω τα μάτια και όπου με βγάλει…» Τα πόδια του ανεξέλεγκτα έκαναν ένα βήμα κι έπειτα κι άλλο ένα. Η παλάμη άνοιξε και αγκάλιασε το χερούλι της πόρτας. Είχε ήδη φύγει χαμογελώντας όταν σκέφτηκε να πει ένα καλώς όρισες σε αυτό το πρωτόγνωρο συναίσθημα, το θάρρος της γνώσης.


της Δανάης Καρυδάκη


-----------------------------------------------

Εξαιρετικό κείμενο, -κάτι σαν πεζό ποίημα ένα πράγμα-, έτσι μούρθε να το διαβάσω φωναχτά -έτσι κάνω όταν κάτι μ'αρέσει πολύ. 
AMOR 14/10/2015



-----------------------

Τρίτη, 28 Οκτωβρίου 2014

Το Χρέος - Του Νίκου Αραπάκη

Τρίτη, Οκτωβρίου 28, 2014

Το Χρέος του Νίκου Αραπάκη
Α’ ΜΕΡΟΣ

Τρία παιδιά της έδωσε ο θεός. Δηλαδή, τρία της έμειναν. Έξι φορές γκαστρώθηκε, κι αν ο Γιώργης δεν έφευγε ξαφνικά από τη ζωή, θα ήταν περισσότερες. Τα δυο πρώτα, τα σερνικά, τα έχασε λίγο μετά τη γέννα, το άλλο, το θηλυκό, λίγο πριν χρονίσει.

Έκλαψε. Κάθε φορά που έχανε κάποιο παιδί έπεφτε του θανατά. Αλλά η ζωή δεν της έδινε το δικαίωμα να θρηνήσει για πολύ. Καθημερινός ο αγώνας για επιβίωση. Κι έκλαιγε μέσα της, χρόνια ολόκληρα θρηνούσε βουβά, να μην καταλαβαίνουν οι άλλοι τον πόνο της. Γιατί της έλειπαν. Κι ο Γιώργης και τα μικρά. Δεν υπήρχε μέρα που να μην έρθουν στο μυαλό της. Τη μια θυμόταν την ώρα που τα κήδευε, την άλλη την ώρα που κρέμονταν από το βυζί της, την παράλλη αισθανόταν την ανάσα του Γιώργη να της χαϊδεύει τα μαλλιά.

Βασανίστηκε να τα βγάλει πέρα. Τι να πρωτοκάνει; Αλλά δεν τα παράτησε. Κάθε που την έπαιρνε από κάτω, το κλάμα των μικρών την όπλιζε με δύναμη. Δεν έχω το δικαίωμα, έλεγε, να τα παρατήσω. Έσφιγγε τα δόντια, σήκωνε τα μανίκια και συνέχιζε.

Μόνη της τα μεγάλωσε. Πολλά δεν είναι τα τρία παιδιά –άλλες μεγαλώνουν πολλά περισσότερα–, αλλά βοήθεια δεν είχε από πουθενά. Τον άντρα της τον έχασε χρόνια πριν. Φθίση. Έλιωσε όπως ο πάγος μέσα στο λιοπύρι. Θηρίο άντρα πήρε· στην κάσα έβαλε δυο δράμια άνθρωπο.

Ανακάτεψε το φαί στην κατσαρόλα και γέμισε τέσσερα πιάτα, το δικό της και των παιδιών. Τ’ ακούμπησε επάνω στο τραπέζι, έκοψε δυο φέτες ψωμί κι έμεινε να τα κοιτάζει. Μουρμούρισε ένα «κομμάτια να γίνει», πήρε το ροΐ κι έριξε λίγες σταγόνες λάδι στα πιάτα των παιδιών.  Να χορτάσουν. Τι να σου κάνει το σκέτο λάχανο; Μόνο τα ζωντανά μπορούν να χορτάσουν με δαύτο.

Κοίταξε έξω από το παράθυρο. Άργησαν, σκέφτηκε. Ίσως να έπεσε δουλειά στην αγορά. Ο Παναγιώτης της είχε πει ότι ένας βλάχος, θα κατέβαζε ένα φορτίο με πατάτες και τους είχε ζητήσει να τον βοηθήσουν. Ίσως, πάλι, να τσιλιμπουρδίζουν. Μεγάλωσαν, ιδίως ο Παναγιώτης. Πάτησε τα 21 και το μυαλό του το έχει συνεχώς στα θηλυκά. Ο Χρήστος είναι πιο συνεσταλμένος. Θες γιατί είναι πιο μικρός, θες γιατί είναι τέτοια η φτιάξη του, το φουστάνι δεν τον συγκινούσε. Τουλάχιστον προς το παρόν. Στο μέλλον, έχει ο θεός…

Κοίταξε την κόρη της, τη Μαργαρώ, που καθόταν στο τραπέζι κι έπαιζε με τις κοτσίδες της. Κοτζάμ γυναίκα έγινε κι αυτή. Αν δεν είχε προκύψει ο πόλεμος ίσως, τώρα, να ήταν παντρεμένη με παιδιά. Κι η ίδια άλλωστε, στα δεκάξι τον έκανε τον Παναγιώτη. Δεν κακοπέρασε, ο Γιώργης την αγαπούσε και της φερόταν με τον καλύτερο τρόπο, αλλά το απότομο πέρασμα από τα παιχνίδια στη μητρότητα και τις ευθύνες του νοικοκυριού της έπεσαν βαριά. Τουλάχιστον στην αρχή, κατόπιν συνήθισε.

Ανησυχούσε. Κάθε μέρα που περνούσε ανησυχούσε όλο και πιο πολύ. Αν ήταν στο χέρι της θα τους κλείδωνε στο σπίτι. Και τους δυο. Όπως ακριβώς έκανε με τη Μαργαρώ. Κλειδωμένη την είχε. Κι ας διαμαρτυρόταν όσο ήθελε. Και θα τους άφηνε να βγουν ξανά, την ώρα που θα ξεκουμπίζονταν οι Γερμανοί. Αν ξεκουμπίζονταν ποτέ… Αλλά τα σερνικά δεν τα κάνεις καλά. Η γυναίκα είναι για το σπίτι, ο άνδρας θέλει τον αέρα του, αν τον κλείσεις θα μαραζώσει όπως τα λουλούδια που δεν τα βλέπει ο ήλιος.

Μα πιο πολύ ανησυχούσε γι’ αυτά που είχε βρει κάτω από το στρώμα του Παναγιώτη. Αυτά τα παλιόχαρτα που έγραφαν εναντίον των Γερμανών και των συνεργατών τους. «Προκηρύξεις είναι», της είπε ο Φώτης, ο αδερφός της, όταν πήγε για να της τα διαβάσει. «Να χαίρεσαι…». Φαρμάκι την πότισε. Πώς να χαρεί που τα παιδιά της έμπλεξαν με τα πολιτικά;

Από τότε καθόταν σ’ αναμμένα κάρβουνα. Τον έπιασε τον Παναγιώτη και του τα είπε έξω από τα δόντια. Να προσέχει, να μην μπλέξει, να… να… να… Γελούσε αυτός, λες και του καθάριζε αυγά. Μυστήριο παιδί, τη μια τον έλεγε μετρημένο και σοβαρό, την άλλη ονειροπαρμένο. Δεν είχε κίνδυνο, της είπε. Όλα ήταν κανονισμένα. Κανονισμένα ξε-κανονισμένα, πήρε τις προκηρύξεις και τις έκαψε. Όλα τα είχε, αυτό της έλειπε, να μπουν στο σπίτι της και να τους πάρει όλους στο λαιμό του.

Ίσιωσε το κεφαλομάντηλο της  και κοίταξε πάλι έξω από το παράθυρο. Τίποτα. Ο δρόμος άδειος, κανείς δεν ερχόταν. Κάθισε πάλι στην καρέκλα και ξεφύσηξε. «Δεν είναι ζωή αυτή, Παναγία μου», μουρμούρισε. «Κάθε μέρα να μην ξέρεις τι θα σου ξημερώσει», κι άρχισε να ανακατεύει νευρικά το νερόβραστο λάχανο που είχε στο πιάτο της.

Τον τελευταίο καιρό της είχε γίνει έμμονη ιδέα ότι ο Παναγιώτης θα βγει στο βουνό. Όπως ο γιος της Σταυρούλας, της γειτόνισσάς της. Η ίδια βέβαια, ισχυριζόταν ότι ο γιος της πήγε στην Αθήνα για δουλειές. Αλλά ποιος την πίστευε. Όλοι ήξεραν πού είχε πάει ο γιος της.

«Παιδιά είναι και ξεμυαλίζονται», της είπε μια μέρα που κάθονταν στην αυλή και συζητούσαν. Την πήραν μεμιάς τα κλάματα τη Σταυρούλα και της άνοιξε την καρδιά της. Στο βουνό είχε βγει ο Σωτήρης. Αντάρτης έγινε. Τον παρακάλεσε, έκλαψε, χτυπήθηκε· τίποτα, αδιάφορος. Η πατρίδα πάνω απ’ όλα, της είπε. Κι αν χαθεί, ούτε ο πρώτος θα ’ναι ούτε ο τελευταίος. Κι άρχισαν οι επισκέψεις στο σπίτι της. Τη μια οι ταγματαλήτες, την άλλη οι χωροφύλακες. Κι όλο να λέει ψέματα η Σταυρούλα: «Δεν ξέρω πού είναι, ψάξτε να τον βρείτε, εμείς το βασιλιά τον έχουμε κορώνα στο κεφάλι μας…»

Άξαφνα την είδε στο δρόμο. Σηκώθηκε για να βγει και να της μιλήσει. Δεν χρειάστηκε, η Σταυρούλα είχε ήδη μπει στην αυλή της.

Άνοιξε την πόρτα: «καλώστηνα». Η Σταυρούλα την κοίταξε κατάματα: «Τα παιδιά, Άννα μου, τα παιδιά». Σκοτοδίνη της ήρθε, ένιωσε να χάνει τη γη κάτω από τα πόδια της. Κρατήθηκε από την κάσα, για να μην σωριαστεί στο έδαφος. «Τα παιδιά, Άννα μου, τα παιδιά», αυτή η φράση αντιλαλούσε μονότονα στο μυαλό της.

Τελικά δεν άντεξε και σωριάστηκε. Η Σταυρούλα γονάτισε πλάι της κι άρχισε να κλαίει και να μουρμουρίζει: «κουράγιο, Άννα μου, κουράγιο. Τώρα πρέπει να φανείς δυνατή».

Δεν είχε τη δύναμη ούτε καν να ρωτήσει τι είχε συμβεί. Ήταν βέβαιη, κι ας μην γνώριζε. Κι άρχισε να παρακαλάει τον θεό να την πάρει, τώρα. Τούτο δεν μπορούσε να το αντέξει. Αλλά δεν της έκανε τη χάρη.

Μόλις αισθάνθηκε το χέρι της Μαργαρώς να την ακουμπάει στον ώμο, σαν κάτι να ξύπνησε μέσα της. Σήκωσε το κεφάλι και την κοίταξε: τα μάτια της κόκκινα, το πρόσωπό της άσπρο σαν το μπαμπάκι. Δεν είχε το δικαίωμα να λιγοψυχήσει. Όσο της έμενε έστω κι ένα παιδί, δεν είχε.

Σηκώθηκε, έδωσε εντολή στη Μαργαρώ να μην ξεμυτίσει από το σπίτι, κι ακολούθησε τη Σταυρούλα. Η άνοιξη είχε μπει για τα καλά. Ολούθε χρώματα και μυρωδιές. Η φύση, αδιαφορώντας για τ’ ανθρώπινα, έκανε τη δουλειά της. Μα η Άννα δεν μύριζε, δεν έβλεπε· μαύρο είχε καλύψει τα μάτια της, στα ρουθούνια της έφθανε μόνο μυρωδιά από λιβάνι.

Περπάτησαν κάμποσο και έφτασαν έξω από το καρβουνιάρικο του Μάραντου. Η Σταυρούλα σταμάτησε και της έδειξε με το χέρι. Πάγωσε, τα πόδια της μολύβι, να μην μπορεί να κάνει βήμα. Δυο κορμιά, το ένα πάνω στο άλλο, ξαπλωμένα πάνω στο πεζοδρόμιο. Γνώρισε τα ρούχα τους. Χθες το βράδυ τα έπλυνε, αξημέρωτα τα σιδέρωσε. Και να που τώρα δεν είναι λερωμένα με χώματα ή μουτζούρες από το κουβάλημα στην αγορά, αλλά με αίμα.

Παρακάλεσε το θεό να την οπλίσει με δύναμη, να μην την εγκαταλείψει ετούτη την ώρα, την πιο δύσκολη της ζωής της. Έκανε λίγα βήματα και πλησίασε. Έμεινε για λίγο αναποφάσιστη, κοιτώντας τα άψυχα σώματα, κι ύστερα έπεσε πάνω τους κι άρχισε να κλαίει γοερά.

Ο καρβουνιάρης, που τη γνώριζε, προσφέρθηκε να μεταφέρει τους νεκρούς στο σπίτι της. Μπρος το κάρο με τους νεκρούς, πίσω αυτή και η Σταυρούλα. Νεκρική ησυχία ολούθε. Λες και τούτο το μέρος της γης πέρασε αυτοστιγμεί στη δικαιοδοσία του κάτω κόσμου. Μόνο το τρίξιμο από τις ρόδες του κάρου και το σούρσιμο των ποδιών τους ακουγόταν.

Αιώνας της φάνηκε η διαδρομή. Όταν έφτασε, νόμιζε ότι το σώμα της ήταν γεμάτο πληγές που έσταζαν αίμα. Μαχαίρια οι γεμάτες οίκτο ματιές που την κοιτούσαν μέσα από τις γρίλιες των κλειστών παραθύρων.

Σύντομα ξεθάρρεψαν οι γειτόνισσες και μαζεύτηκαν για να τη συλλυπηθούν, να της συμπαρασταθούν και να τη βοηθήσουν. Δεν είχε δύναμη να ανοίξει ούτε το στόμα της. Χαμένη. Τη μια να παρακαλάει το θεό να την πάρει, να τη στείλει πλάι στα παιδιά της, την άλλη να σκέφτεται ότι της έχει μείνει ένα παιδί και θα πρέπει να κάνει κουράγιο. Αλλά δεν μπορούσε. Όσο κουράγιο είχε, που δεν ήταν και πολύ, το είχε εξαντλήσει. Τούτο δω, για να το αντέξει, θα χρειαζόταν όλο το κουράγιο, όλου του κόσμου.

Ο καρβουνιάρης άφησε τα άψυχα κορμιά των παιδιών της στη μια κάμαρα, τη συλλυπήθηκε κι έκανε να φύγει. Τον έπιασε από το χέρι και τον τράβηξε έξω από το σπίτι, να είναι μόνοι τους και να μην τους ακούν οι άλλοι. «Ποιος;». Ο καρβουνιάρης την κοίταξε κατάματα: «Ο Μέρμηγκας, κυρά-Άννα. Ο Μήτσος ο Μέρμηγκας. Πρώτα πιστόλισε τον έναν, τον μεγάλο. Έτσι, χωρίς λόγο. Φώναξε ένα «παλιοκουμούνι», και του έριξε στο ψαχνό. Ήταν πιωμένος, μόλις είχε βγει από την ταβέρνα και τρέκλιζε. Πέρασε το παιδί από μπροστά του και, χωρίς να του πει τίποτα, έβγαλε το πιστόλι και του έριξε πισώπλατα. Δεν πέρασε λεπτό κι εμφανίστηκε κι ο μικρός. Μόλις βλέπει τον αδερφό του κάτω, πέφτει και τον αγκαλιάζει. Τότε ο Μέρμηγκας, που είχε φύγει λίγο μπροστά, γυρίζει πάλι πίσω και πιστολίζει και τον μικρό. Γι’ αυτό τους βρήκες έτσι. Κανείς δεν τους άγγιξε. Φοβήθηκε ο κόσμος και κλειδαμπαρώθηκε στα σπίτια του».

Της ήρθε να αφήσει μια στριγκλιά, να ακουστεί μέχρι τον άλλο κόσμο. Ψέλλισε ένα «ευχαριστώ», και στηρίχτηκε με την πλάτη στον τοίχο. Ο καρβουνιάρης έκανε να φύγει. Πριν ανέβει στο κάρο γύρισε και την κοίταξε: «εγώ δεν σου είπα τίποτα, κυρά-Άννα. Μ’ έχουν στη μπούκα, καταλαβαίνεις…». Κούνησε το κεφάλι της, για να τον καθησυχάσει και τον ευχαρίστησε για μια ακόμη φορά.

Γύρισε μέσα και είπε σε όλες να φύγουν, να την αφήσουν μόνη με τα παιδιά της. Αγένεια εκ μέρους της, αλλά ποια να παραπονεθεί; Όλες μανάδες ήτανε. Όλες ήξεραν πως ο πόνος της δεν έχει ταίρι.

Μόλις το σπίτι άδειασε πήγε στην κάμαρα για να πλύνει τα παιδιά της και να τα ντύσει για την εξόδιο ακολουθία. Κάθε σταγόνα αίμα που καθάριζε, πρόσθετε και λίγο ακόμη στο μίσος της. Μέχρι που το μίσος τη γέμισε μέχρι επάνω. Όλα τα άλλα συναισθήματα εξαφανίστηκαν, παρασύρθηκαν όπως το ξερόκλαδο από τα νερά του ορμητικού χειμάρρου. Μίσησε τον εαυτό της. Και τον μίσησε τόσο που δεν βάζει ανθρώπου νους. Η ίδια έφταιγε. Αυτή ευθυνόταν για το θάνατο των παιδιών της. Αλλά πού να το φανταστεί; Πώς να καταλάβει ότι θα έφτανε σε αυτό το σημείο;

Β’ ΜΕΡΟΣ

Το μυαλό της γύρισε μεμιάς κάμποσους μήνες πίσω. Τότε που, ένα χειμωνιάτικο πρωινό, ο Μήτσος ο Μέρμηγκας της χτύπησε την πόρτα. Δεν τον ήξερε προσωπικά, αλλά είχε ακούσει τι κουμάσι ήταν: χαρτοπαίκτης, μπεκρής, χασικλής, μαχαιροβγάλτης. Μικρή η πόλη τους, όλοι γνωρίζονταν μεταξύ τους. Γι’ αυτό και δεν της έκανε καμία εντύπωση όταν έμαθε ότι ήταν από τους πρώτους που μπήκαν στα τάγματα.

Μολονότι δεν είχε καμία διάθεση,  τον πέρασε μέσα. Κάθισαν αντίκρυ στο τραπέζι κι έπιασε να τον παρατηρεί. Τα μάτια του κόκκινα, προφανώς ήταν πιωμένος, το μαλλί περασμένο μπριγιαντίνη, ούτε τρίχα να μην πετάει, το μουστάκι περιποιημένο. Κι ένα χαμόγελο, που μέχρι να ανοίξει το στόμα του, δεν μπορούσε να το δικαιολογήσει.

Την παίδεψε μέχρι να φτάσει στο δια ταύτα. Την παίδεψε και την ανησύχησε. Άρχισε να της λέει για τα παιδιά της, που έχουν μπλέξει, που πρέπει κάποιος να τα προσέχει, που οι εποχές είναι επικίνδυνες, που… που… που… Ντρεπόταν, γι’ αυτό και της κουβαλήθηκε πιωμένος, για να τον βοηθήσει το πιοτό να τα πει.

Της τα είπε τελικά. Την ήθελε. Του άρεσε πολύ σαν γυναίκα, κι αν γίνονταν ζευγάρι, φόβο δεν θα είχε ξανά. Ούτε αυτή, ούτε τα παιδιά της. Θα τους είχε υπό την προστασία του, και της έδειξε, κομπάζοντας, το περίστροφο που είχε περασμένο στη ζώνη του.

Ο τελευταίος άντρας να ήταν στη γη, μαζί του δεν θα πήγαινε. Τον σιχαινόταν. Η ανάσα του, που βρομούσε κρασί, της ανακάτευε τα σωθικά. Δεν του τα είπε έτσι, βέβαια. Του το έφερε πιο γλυκά, δεν ήθελε να τον αγριέψει. Άρχισε να του λέει πως αυτή έκλεισε σαν γυναίκα, τώρα είναι μόνο μάνα. Όλη της η ζωή είναι τα παιδιά της. Του είπε κι άλλα, όπως ότι τον ευχαριστεί πολύ για το ενδιαφέρον, ότι είναι τιμή της που τη διάλεξε και διάφορα τέτοια.

Άδικος κόπος. Ο Μήτσος φρένιασε. Όταν έφυγε την απείλησε ξεκάθαρα: «θα το βρεις μπροστά σου». Έκλεισε την πόρτα, μουρμούρισε ένα «κάλλιο να πάω με σκύλο», και του έριξε ένα περιποιημένο φάσκελο. Αλλά δεν ήξερε με ποιον είχε να κάνει. Γιατί αν ήξερε, το φάσκελο θα το έριχνε στα μούτρα της.

Με το σούρουπο μαζεύτηκε πάλι η γειτονιά. Τους έκλαψαν, τους  μοιρολόγησαν και λίγο μετά το πρώτο φως τους έθαψαν. Γύρισε σπίτι της σαν χαμένη. Να μην ξέρει ούτε ποια είναι, ούτε που πάει. Τίποτα δεν ήξερε. Μόνο ένα πράμα είχε φωλιάσει στο μυαλό της: το μίσος. Να εκδικηθεί για το χαμό των παιδιών της. Με οποιονδήποτε τρόπο, με όποιο κόστος. Στην αρχή σκέφτηκε να παραφυλάξει και να τον καθαρίσει με μαχαίρι. Να τον σφάξει έτσι όπως έσφαζε τις κότες της. Δύσκολο δεν θα ήταν. Έτσι κι αλλιώς, μονίμως πιωμένος είναι. Αλλά αν δεν τα κατάφερνε να τον αιφνιδιάσει; Άντρας ήταν κι αυτή γυναίκα. Όσο και να έχει πιει, πάντα θα είναι πιο δυνατός από αυτήν. Άσε που, μετά το φονικό, σίγουρα θα ήταν πιο επιφυλακτικός.

Την απέκλεισε αυτή την εκδοχή. Όπως απέκλεισε και οτιδήποτε άλλο σκέφτηκε. Κάποια είχαν σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας, αλλά δεν της αρκούσε. Ήθελε να είναι απολύτως βέβαιη ότι θα επιτύγχανε το σκοπό της. Κι ύστερα ας χανόταν. Καθόλου δεν την ένοιαζε. Αν, όμως, έφευγε χωρίς να τα έχει καταφέρει, η ψυχή της δεν θα ησύχαζε ποτέ.

Ένας μήνας πέρασε αφότου έχασε τα παιδιά της. Από το σπίτι της δεν ξεμύτισε ούτε λεπτό. Κλείστηκε μέσα, να μην τη βλέπει άνθρωπος. Ως και τα παντζούρια δεν τα άνοιγε πια. Έμαθε να ζει στο σκοτάδι, σαν το τρωκτικό στο λαγούμι του. Ο πόνος όμως εκεί, ακλόνητος, να μην την εγκαταλείπει ούτε δευτερόλεπτο. Χίλιες φορές σκέφτηκε να δώσει τέλος στη ζωή της· τι να την κάνει τη ζωή χωρίς τα παιδιά της; Χίλιες φορές υπαναχώρησε. Εκτός που θα άφηνε την κόρη της μονάχη, το μίσος της δεν της επέτρεπε να εγκαταλείψει τα εγκόσμια χωρίς να έχει πρώτα εκδικηθεί.

Τρεις μήνες πέρασαν. Το καλοκαίρι είχε μπει για τα καλά. Κι έκανε ζέστη. Το κλειστό σπίτι έβραζε, αλλά παράθυρο δεν άνοιγε. Έκανε όμως κουράγιο. Ήταν κι η μικρή στη μέση, που τον τελευταίο καιρό πήγαινε σε μια μοδίστρα για να μάθει την τέχνη. Στην αρχή δεν ήθελε, αντέδρασε, αλλά κατόπιν κατάλαβε πως αυτό δεν οδηγεί πουθενά. Ακόμη κι αν η ίδια είχε επιλέξει να περάσει το υπόλοιπο της ζωής της πίσω από τα κλειστά πορτοπαράθυρα, δεν είχε το δικαίωμα να επιβάλλει το ίδιο και στην κόρη της.

Αλλά ανησυχούσε. Η μικρή έδειχνε να ενδιαφέρεται για την εμφάνισή της όσο ποτέ· έκοψε το μαλλί, περιποιόταν τα νύχια της, κοιταζόταν με τις ώρες στον καθρέφτη. Να ήταν, άραγε, ένας τρόπος να αντιμετωπίσει τον πόνο ή σαλιάριζε με κάποιο σερνικό; Το δεύτερο της φαινόταν αδιανόητο, αλλά και να το αποκλείσει δεν μπορούσε.

Την ενοχλούσε, όμως. Κάθε που έβλεπε την κόρη της να συνεχίζει τη ζωή της σαν να μην έχει συμβεί το παραμικρό, ήθελε να την αρπάξει από το μαλλί και να της το μαδήσει τρίχα-τρίχα. Αλλά τις νύχτες, όταν άκουγε τους κλαυθμούς από την κάμαρά της, καταλάβαινε πως υπέφερε, πως προσπαθούσε να φαίνεται φυσιολογική αλλά μέσα της έβραζε, πενθούσε ίσως περισσότερο κι από την ίδια.

Μια μέρα όμως, δεν άντεξε. Κόντευε σούρουπο, κι η Μαργαρώ δεν είχε ακόμη γυρίσει. Η αγωνία την έτρωγε σε τέτοιο βαθμό που, όταν γύρισε, και βλέποντας ένα περίεργο χαμόγελο ζωγραφισμένο στο πρόσωπό της, τη χαστούκισε. Η μικρή αδιάφορη, λες και δεν συνέβη το παραμικρό. Αυτό την εξαγρίωσε ακόμη περισσότερο· έπεσε πάνω της κι άρχισε να τη χτυπάει με λύσσα. Μέχρι που απόκανε και την παράτησε.

Η Μαργαρώ κάθισε στο τραπέζι: «ξεθύμανες;». Μες στη θολούρα της νόμισε πως την ειρωνεύεται, της ήρθε να πέσει επάνω της και να την αποτελειώσει. Ευτυχώς, κατάλαβε ότι κάτι άλλο συμβαίνει. Κάθισε πλάι της κι έμεινε να την κοιτάζει στα μάτια. Η Μαργαρώ της έπιασε το χέρι: «τον έχω έτοιμο. Αν βοηθήσεις, αύριο τελειώνουν όλα. Αν δεν θες, τα καταφέρνω και μόνη μου».

Κι έπιασε να της εξηγεί. Δεν πήγαινε να μάθει μοδιστρική. Δηλαδή πήγαινε, αλλά ο σκοπός της ήταν άλλος: να παγιδεύσει τον Μέρμηγκα, που το σπίτι του απείχε ελάχιστα από το σπίτι της μοδίστρας. Και τα κατάφερε. Αύριο βράδυ, παραμονή δεκαπενταύγουστου, η μοδίστρα θα πήγαινε να ξενυχτήσει σε κάποιο μοναστήρι. Κι αυτή, που είχε κλειδιά του σπιτιού, κανόνισε με τον Μέρμηγκα να βρεθούν στο σπίτι της μοδίστρας. Θα τον καθάριζε. Είτε μόνη της, είτε με τη βοήθεια της μάνας της θα τον καθάριζε. Το σχέδιό της ήταν απλό: θα του έριχνε στο κρασί λίγο από το υπνωτικό που ο γιατρός είχε δώσει στη μάνα του για να κοιμάται τα βράδια, κι ύστερα θα τον έσφαζε σαν κοτόπουλο.

Έπιασε η Άννα τα χέρια του παιδιού της κι άρχισε να τα φιλάει και να της ζητά συγγνώμη που την παρεξήγησε. Σύντομα αγκαλιάστηκαν κι άρχισαν, τη μια να κλαίνε με λυγμούς, την άλλη να γελάνε. Φόβος, λύπη, χαρά, λύτρωση, αγωνία όλα ένα χαρμάνι μέσα τους.

Ξημέρωσε η μεγάλη μέρα. Ή Άννα είχε μετανιώσει. Δεν μπορούσε να βάλει το παιδί της σε κίνδυνο. Πριν φύγει για τη μοδίστρα, έπιασε και της το είπε. Η μικρή ανένδοτη: θα γίνει, ο θεός να κατέβει κάτω, σήμερα θα τον τελείωνε. Λογομάχησαν. Το μητρικό ένστικτο της Άννας της έλεγε να προστατεύσει το μοναδικό της παιδί. Μα σύντομα κατάλαβε ότι δεν είχε νόημα. Η μικρή ήταν αποφασισμένη. «Είναι το χρέος μας, μάνα. Τ΄ ακούς; Το χρέος μας». Άδικο δεν είχε.  Ήταν χρέος τους. Και συναίνεσε. Επανέλαβαν για μια ακόμη φορά τα όσα είχαν σχεδιάσει εχθές το βράδυ, τη σταύρωσε και την έστειλε στην ευχή της Παναγίας.

Με το σούρουπο βγήκε στο δρόμο. Ένα τέταρτο αργότερα, περπατώντας με βήμα ταχύ και το κεφάλι σκυφτό έφθασε στο σπίτι της μοδίστρας. Όπως είχαν συνεννοηθεί, μπήκε από την πίσω πόρτα, της αυλής. Αγκαλιάστηκαν και φιλήθηκαν σταυρωτά. Κι ύστερα έσπρωξε την κόρη της πίσω κι έμεινε να την κοιτά. Είχε καιρό, πολύ καιρό, να τη δει χωρίς μαύρα ρούχα. Απρέπεια. Αλλά ο σκοπός τους ήταν ιερός, δικαιολογούσε όλες τις απρέπειες κι ακόμη περισσότερες.

Έριξαν το υπνωτικό στην κανάτα με το κρασί, και κάθισαν στις καρέκλες. Βουβαμάρα. Η αγωνία τους στο κατακόρυφο. Η Άννα πασπάτευε, νευρικά, το χασαπομάχαιρο που είχε κρυμμένο μέσα στα ρούχα της, η μικρή της χάιδευε τα χέρια προσπαθώντας να την καθησυχάσει.

Κάποιος χτύπησε την πόρτα. Η Άννα έτρεξε και κρύφτηκε στην κάμαρα, η μικρή άνοιξε. Ο Μέρμηγκας μπούκαρε φουριόζος κι επιχείρησε κατευθείαν να ξεγυμνώσει τη Μαργαρώ. Ήταν πιωμένος πάλι, η ανάσα του βρωμούσε κρασί, τα μάτια του θολά και μισόκλειστα.

Η Μαργαρώ τον απέφυγε με τρόπο: «να πιούμε πρώτα κάτι». Γέμισε τα ποτήρια τους με κρασί. Τσούγκρισαν. Ο Μέρμηγκας το κατέβασε μονορούφι, η Μαργαρώ έβρεξε τα χείλη της και γέμισε πάλι το ποτήρι του. Ο Μέρμηγκας, κοιτώντας τη λάγνα, το άδειασε πάλι μονομιάς.

Ένα λεπτό αργότερα, το κορμί του Μέρμηγκα σωριάστηκε με γδούπο στο πάτωμα. Το υπνωτικό σε συνδυασμό με το μεθύσι του, τον ξαπόστειλαν πολύ πιο γρήγορα απ’ όσο περίμεναν.

Μάζεψαν τα ποτήρια, την κανάτα, κι αφού βεβαιώθηκαν ότι τα άφησαν όλα όπως τα βρήκαν, τον έδεσαν χειροπόδαρα, του έφραξαν το στόμα με ένα μαντίλι, τον τύλιξαν σε ένα μαύρο σεντόνι, που η Άννα είχε φέρει μαζί της, τον φορτώθηκαν και βγήκαν από την πίσω πόρτα.

Περασμένα μεσάνυχτα. Οι δρόμοι έρημοι, μια ησυχία απόκοσμη επικρατούσε. Όλα έδειχναν ιδανικά. Ως και το γεμάτο φεγγάρι είχε καλυφθεί από το μοναδικό σύννεφο που υπήρχε στον ουρανό. Θεοί και δαίμονες τις συνέδραμαν… Τα μάτια τους να ελέγχουν νευρικά το σκοτάδι. Τα ιδρωμένα τους κορμιά κινούνταν ασθμαίνοντας. Κάθε που ένιωθαν τα χέρια τους να κόβονται από το βάρος, έδιναν κουράγιο η μία στην άλλη: «φθάσαμε… λίγο ακόμη…».

Πέρασαν τα σπίτια και βγήκαν στα πρώτα χωράφια. Στάθηκαν κάτω από μια συκιά για να ανασάνουν από την υπερπροσπάθεια. Η αγωνία τους καταλάγιασε· το πρώτο στάδιο, το δύσκολο, πέρασε. Κανείς δεν τους είδε. Τον άφησαν καταγής κι άρχισαν να τον σέρνουν. Ώσπου, λίγο αργότερα, έφθασαν σ’ ένα εγκαταλελειμμένο μαντρί, εκεί που είχαν κανονίσει εξαρχής να τον μεταφέρουν.

Αγκαλιάστηκαν για ακόμη μια φορά. Η χαρά τους ξεχείλιζε. Όλα είχαν πάει κατ’ ευχή. «Σπίτι τώρα. Τα υπόλοιπα είναι δικιά μου δουλειά. Και πού ’σαι, το νου σου. Να μην τα χαλάσουμε στο τέλος», είπε η Άννα στην κόρη της και τη φίλησε στο μέτωπο.

Η μικρή χάθηκε στο σκοτάδι. Η Άννα άνοιξε το σεντόνι, τον έγδυσε, του έριξε έναν κουβά με νερό στο πρόσωπο, για να τον συνεφέρει, και κάθισε δίπλα του. Ήθελε να του μπήξει το μαχαίρι άμεσα, να τον ξεκάνει μονομιάς. Αλλά το μίσος της, το πάθος της για εκδίκηση δεν της το επέτρεπε. Έπρεπε να γίνει όπως το είχε σχεδιάσει. Και το σχέδιο που είχε στο μυαλό της δεν περιελάμβανε μόνο το θάνατό του. Ήθελε να υποφέρει. Όπως υπέφερε η ίδια και η κόρη της. Όπως υπέφεραν τα παιδιά της όταν τα πυροβολούσε και τα σκότωνε αναίτια.

Βγήκε απ’ το μαντρί λίγο πριν το χάραμα. Σαν αφιονισμένη μαινάδα έμοιαζε. Το μαλλιά της ανακατεμένα, τα χέρια της, τα ρούχα της, το πρόσωπό της πασαλειμμένα με αίματα. Μα είχε κι ένα μακάριο χαμόγελο. Κοιτούσε τ’ άστρα και γελούσε, μέσα κι έξω της. Την αξίωσε ο θεός να εκδικηθεί το θάνατο των παιδιών της. Τώρα ας έφευγε, δεν την ένοιαζε. Το χρέος της το είχε κάνει.

Τον Μέρμηγκα τον βρήκαν την επόμενη ημέρα. Του είχαν κόψει τα γεννητικά όργανα, του τα είχαν βάλει στο στόμα και κατόπιν τον έκαψαν. Άγρια τον είχαν βασανίσει. Πολύ άγρια. Κι αυτό, έγραψαν οι εφημερίδες, δεν μπορούσαν να το κάνουν παρά οι κομουνιστές. Αυτοί, μόνο αυτοί, κρύβουν μέσα τους τόσο άγρια ένστικτα…

-------------------------
Πηγή:nostimonimar

Παρασκευή, 14 Φεβρουαρίου 2014

"ΕΝΑ ΒΙΟΥ ΜΑΣΤΕΡ ΧΩΡΙΣ ΧΙΟΝΑΤΗ ΚΑΙ ΝΑΝΟΥΣ" - Τελευταία συλλογή διηγημάτων Του Γιάννη Τσίγκρα

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 14, 2014

"ΕΝΑ ΒΙΟΥ ΜΑΣΤΕΡ ΧΩΡΙΣ ΧΙΟΝΑΤΗ ΚΑΙ ΝΑΝΟΥΣ" - Τελευταία συλλογή διηγημάτων Του Γιάννη Τσίγκρα
Η τελευταία συλλογή διηγημάτων του Γιάννη Τσίγκρα με τίτλο "ΕΝΑ ΒΙΟΥ ΜΑΣΤΕΡ ΧΩΡΙΣ ΧΙΟΝΑΤΗ ΚΑΙ ΝΑΝΟΥΣ", είναι από σήμερα γεγονός. Όσοι γνωρίζουν τον συμπολίτη μας συγγραφέα και ποιητή, γνωρίζουν την αυθεντικότητα, την -σχεδόν παιδική- ευαισθησία του και το τεράστιο ταλέντο του. Γι' αυτό όλοι, νομίζω, είμαστε ευγνώμονες, που μας προσφέρει τώρα την τελευταία του δουλειά.  

Μάλιστα το βιβλίο το διαθέτει ο συγγραφέας ελεύθερα για κατέβασμα σε όλους από εδώ.

Σήμερα αναδημοσιεύω -έτσι για γνωριμία- ένα από τα 19 διηγήματα της συλλογής, -από τα λίγα που πρόλαβα ήδη να διαβάσω- που μου άρεσε ιδιαίτερα, του οποίου τον τίτλο, δανείστηκε η συλλογή.
Επιφυλάσσομαι σε μεταγενέστερο χρόνο να κάνω την βιβλιοκριτική μου.
 (Αποστόλης Μωραϊτόπουλος 14/2/2014)


********
  
ΕΝΑ ΒΙΟΥ ΜΑΣΤΕΡ ΧΩΡΙΣ ΧΙΟΝΑΤΗ ΚΑΙ ΝΑΝΟΥΣ
                                                                              
-Στη δεκαετία του ’55 – ’65, η συνοικία Νεαπόλεως χωριζόταν σ’ ανατολικό και δυτικό τμήμα, από τη σιδηροδρομική γραμμή του μικρού τρένου, που κουβαλούσε κοκκινόχωμα, από τους πρόποδες της μαγούλας Παλατάκι, στο εργοστάσιο τουβλοκεραμοποιίας Τσαλαπάτα. Δέκα με δεκαπέντε βαγονέτα κωνικά και μια ατμομηχανή που χωρούσε ένα καρβουνισμένο πενηντάρη, ξερακιανό με περισσότερες της μιας ιδιότητες: μηχανοδηγός, ρυθμιστής της κυκλοφορίας στην οδό Λαρίσης, όταν μ’ ένα κόκκινο σημαιάκι κατέβαινε απ’ το όχημα του, σταματώντας ποδήλατα και μηχανάκια και φορτηγά που είχαν τη μούρη του δράκου με τον οποίο πολέμησε ο Μεγαλέξανδρος.


      -Κι ακόμη μπόγιας γίνονταν για μας, όσοι τρέχαμε πλάι, πηδούσαμε από βαγόνι σε βαγόνι ή, όλοι μαζί, τραβώντας από το τελευταίο σίδερο, σταματούσαμε το συρμό. Μας κυνηγούσε τότε με τη λαβίδα του υψωμένη, ασθμαίνοντας και βρίζοντας, ανάμεσα στα βούρλα και τ’ αλμυρίθια, εκεί στις ‘αλατιέρες’ ή ‘τηγανάκια’ – τα αρχαία έλη της Δημητριάδας. Τεράστια τετράγωνα επίπεδα, ορισμένα από νεραύλακες, άσπριζαν μετά την εξάτμιση του θαλασσινού νερού. Λίγα χρόνια πριν, γέμιζαν από αλατάδες που, ξύνοντας την επιφάνεια τους, συγκέντρωναν το φθηνό άρτυμα του, λιτού τότε, πιάτου σε μεγάλους σωρούς. Αργότερα, το ελληνικό μονοπώλιο σταμάτησε τη χρήση των χώρων και οι αλατιέρες μπαζώθηκαν από τα υλικά των γκρεμισμένων από τους σεισμούς σπιτιών. Ανάμεσα σε χώματα και τσιμέντα έβλεπες κορμούς φοινικιάς, προφυλακτήρες αυτοκινήτων, αετώματα και κόρες πήλινες, τετράγωνους πεσσούς. Ακρίδες με κόκκινα φτερά  τινάζονταν ψηλά, στις μικρές χειμερινές λακκούβες, οι γυρίνοι στριφογύριζαν. Από την δυτική πλευρά έρχονταν η μυρωδιά της κράμβης και του καμπίσιου χιονιού ως την Άνοιξη που γέμιζε ο τόπος παπαρούνες και ασφοδέλους.


      -Το σπίτι μας, χτισμένο στο σχέδιο Παρασκευόπουλου, με πολλά μικρά δωμάτια και σινάζια, με περισσότερο σίδερο και λιγότερο μπετόν, ήταν απ’ τα  πρώτα  που χτίσθηκαν στην περιοχή. Στο βάθος μιας μικρής αυλής με κυδωνιές, φτούρο και τριαντάφυλλα, είχαμε, καλού – κακού, στήσει και μια παράγκα. Οι τοίχοι, διπλή σειρά καλαμιών, άντεχαν περισσότερο από βαρύτερες κατασκευές στις δονήσεις. Ευτυχώς δεν χρειάσθηκε. Έγινε κατά καιρούς, αποθήκη σταριού, χοιροστάσιο, δωμάτιο ενοικιασμένο, αίθουσα ( για ένα δίμηνο) της α και β τάξης του περιφερόμενου 23ου Δημοτικού Σχολείου, αποθήκη χλωρίνης και εδωδίμων. Ο πατέρας είχε ανοίξει μπακάλικο. Διαμόρφωσε κατάλληλα ένα δωμάτιο του μεγάλου σπιτιού. Αριστερά στοιβαγμένα σακιά με όσπρια, δεξιά τα ράφια, κουτάκια με μπογιές, ελιές ξυδάτες,. Στον μεγάλο πάγκο, πίσω απ’ τον οποίο καθόταν συνήθως η μητέρα, η στραβή ζυγαριά με τα στρογγυλά βαρίδια της οκάς και των δραμιών. Απ’ το ταβάνι κρέμονταν μαύρες και αποτελεσματικές μυγοπαγίδες.



      -Η πρώτη χήνα ανέβηκε λίγο ψηλότερα, πέρασε πάνω από τους ταύρους, το ‘χούι’ αποφεύγοντας των εκδοροσφαγέων. Βοήθησε μ’ ένα πλατάγισμα  των φτερών της να φανερωθεί η φαλάκρα της Αντριάννας, την ώρα που έπλενε στη Μπουρμπουλήθρα, κοιλίτσες και ‘μπουμπάρια’. Η Αντριάννα είχε επιβάλει τον τραβεστισμό της σε ένα σινάφι ανδροπρεπέστατο. Μαύρο φόρεμα και κόκκινες γαλότσες, σε τριχωτές φορούσε γάμπες και την Κυριακή, στην εκκλησία, μελιτζανί ταγέρ. Την είχαν αποδεχθεί οι τρεις – τέσσερις πρώτες γειτόνισσες του Συνοικισμού Αναπήρων, έτσι επίσημα ονομάζονταν το ανατολικό τμήμα της Νεάπολης. Σχεδίαζε  τον τρόπο του κεντήματος τόσο καλά που ακόμη κι αν ξένιζε η νοηματική γλώσσα , επειδή κωφάλαλη εμφανίσθηκε και χάθηκε αργότερα, ακόμη κι αν δεν καταλάβαιναν τι ήθελε να πει, μιλώντας εκεί στις αυλές με τα ρόδινα και τα θαλασσιά αλμυρίθια, έπιαναν τη βελονιά. Και της πρόσφεραν κολοκυθόπιτα  με σαλιγκάρια τηγανητά ή – μια βροχερή σχόλη – άνοιγαν δίπλα της το παράθυρο, ενώ ανέπνεε ήρεμη στην κρηπίδα  και της χαμογελούσαν.
           

-Η δεύτερη χήνα πετούσε πιο αριστερά. ( Μετακίνησα το γήπεδο που βρίσκονταν μπροστά στου Γιακόπουλου το σπίτι, βορειοδυτικά, όπως ο Ελ Γκρέκο το νοσοκομείο του Τολέδο, για να φανεί το καφενείο του Τάκου).

                                                             
-…πάνω απ’ την αυλή του Αντώνη του Κυδωνιέως. Ο Αντώνης βαριεστημένα την κοίταξε, ύστερα συνέχισε ένα μονόλογο στον αέρα, διακοπτόμενος από τα σφυρίγματα  και τους βόγκους των αυτοκινήτων της Εθνικής Οδού, που περνούσε μπροστά από το σπίτι του. Συνήθως δεν μιλούσε παρά για το τέλος μιας ιστορίας που άρχισε στην παραλία της Σμύρνης με τον ίδιο τρόπο που άρχισαν  χιλιάδες ιστορίες προσφύγων και κατέληξε εδώ, στη βεραντούλα του μικρού σπιτιού, με μουσική υπόκρουση τα τραγούδια του γουρίλα του Καζαντζίδη που άκουγε με τις ώρες η χοντρο Ευθυμία η κόρη του, τραγούδια που τον ενοχλούσαν αφόρητα, όσο κι ο γείτονας του, ο Νίκος ο Παχής. Ο τελευταίος δεν τον ενοχλούσε απλώς, αφαιρούσε με μόνη την ύπαρξη του, την ελάχιστη ελευθερία  που απολάμβανε ο παραπληγικός πρώην τρόφιμος του Αναπλιού – αυτό είναι το μέσον της ιστορίας του. Στο Βόλο ο Αντώνης παντρεύτηκε κι έζησε ευτυχισμένα δεκαοχτώ χρόνια , έως το Ανοιξιάτικο πρωί του ’42, όταν γύρισε να πάρει το ναυτικό σκούφο, επειδή έκανε ψύχρα κι ανοίγοντας την πόρτα της κρεβατοκάμαρης, πρόλαβε να δει μια σκιά να χάνεται στο παράθυρο, έπειτα  άκουσε το τσάκισμα της ανθισμένης πασχαλιάς. Ότι ήταν Ιταλός το ‘μαθε αργότερα , το ίδιο βράδυ, λίγο πριν, κι αφού εκείνη του ομολόγησε τα πάντα, λίγο πριν αποφασίσει να σκουπίσει τον σουγιά που είχε για το μάτισμα του διχτυού πάνω στο κεντητό νυφικό τους σεντόνι, ν’ ακουμπήσει τη λάμα στη βάση του μηρού, να σπρώξει  και να τραβήξει προς τα πάνω ώσπου να φθάσει την καρδιά της.
      -Η χοντρο Ευθυμία ήταν το τρίτο παιδί από το δεύτερο γάμο  του με την τραυλή Ελένη κι ο Νίκος ο Παχής ο τιμωρός του άγγελος – επειδή, φθηνά τη γλίτωσε στις Αγροτικές Φυλακές  τα δύσκολα εκείνα χρόνια. Ψιλοφιγουρατζής  πηγαδάς ο γείτονας του Αντώνη, βοθροποιός, αλλά το τελευταίο δεν το ομολογούσε, με γυαλισμένο παπούτσι, λαϊκός, αισθηματίας κι ωραίος, στα νιάτα του άνδρας. Περνούσε το μικρό μονοπάτι, το παράλληλο με τον χάντακα όμβριων της Παλαιάς Εθνικής, δίμετρο, τότε, στο πλάτος, δρόμο που μ’ άσπρα αλεξήλια (παρασόλια), διέσχιζαν οι επιβάτες των κάρων τα Σαββατοκύριακα του καλοκαιριού, περνούσε απ’ το παράλληλο με τον χαμηλό τοίχο της αυλής του Αντώνη μονοπατάκι, κρατώντας πάντα στο μέσα χέρι, έτσι για να εντυπωσιάζει, ό,τι ωραίο κουβαλούσε στην κυρά : Μια σακούλα κορκάρι, ένα σίδερο σιδερώματος  μεταχειρισμένο, έτοιμο να δεχθεί μικρά αναμμένα κάρβουνα, ένα καρβέλι άσπρο ψωμί, τη σαμπρέλα που αγόρασε μια Πρωτοχρονιά για το ποδήλατο του γιου του. Εκείνο όμως που περισσότερο πείραξε τον Αντώνη ήταν η ιστορία με την τρίτη χήνα και τον Γεώργιο Παπανδρέου, τον ηγέτη της Ένωσης Κέντρου, όταν στα πλαίσια του Ανένδοτου, επισκέφθηκε τον Βόλο, μέσα σ’ ένα  μεγάλο ανοιχτό αυτοκίνητο του οποίου προπορεύονταν κι έπονταν ιππείς. Η συνοδεία πέρασε με μεγαλοπρέπεια την Εθνική Οδό, ο μισός Βόλος είδε το ίνδαλμα του και μόνο ο ριζωμένος στο σημείο αυτό Αντώνης δεν μπόρεσε να δει τίποτε, επειδή μέσα από το πλήθος που ανέμιζε σημαίες και φωτογραφίες πετάχτηκε ο Νίκος ο Παχής, ανεμίζοντας μια χήνα, τα φτερά της οποίας έκρυψαν, όχι μόνο τη μύτη του Γέρου της Δημοκρατίας αλλά και όλο το πλάνο.

      - ( Άλλαξα και τη μέρα διεξαγωγής του αγώνα παντρεμένων – ανύπαντρων, μπροστά στο καφενείο του Τάκου. Επειδή ναι μεν μπορούσαν ορισμένοι να αγνοήσουν τις Ώρες και τις σεμνές Ακολουθίες των μεγαλοεβδομαδιάτικων ημερών για το ματς, όμως κανένας, ακόμη και οι ΕΡΕτζήδες, δεν θα ‘χαναν τον θρίαμβο του Παπανδρέου. Εν πάσει περιπτώσει είναι πιο βολικό για μένα που αφηγούμαι).
αγαπητοί ακροατές, χρυσοζούζουνες κι απαλοί κλέφτες, γαιδουραγκαθ
      -Το τζουκ – μποξ να παίζει το ρολόι – κομπολόι, αγαπητοί ακροατές, χρυσοζούζουνες κι απαλοί κλέφτες, γαιδουραγκαθόσποροι, στιγματίζουν τον αέρα, καρδερινούλες  τερετίζουν. Οι φίλαθλοι στοιχηματίζουν έξω απ’ το καφενείο, δέκα στους ανύπαντρους, πέντε στους παντρεμένους. Οι ομάδες έχουν βγει στον αγωνιστικό χώρο ανάμεσα σε κότες, φουσκωμένες από τους εαρινούς ανέμους και σιδερόβεργες κάπου στη σέντρα. Ο Τάκος σέρβιρε αντσούγιες σε σωληνάρια και μισό δάχτυλο τσίπουρο. Οι καρέκλες  ήσαν όλες πιασμένες. Ακόμη και οι ποδηλάτες σταμάτησαν τη στιγμή που ο Σπυράκος, σπήκερ και διαιτητής, σφύριξε την έναρξη του αγώνα.

           
-Απόσπασμα από μπακαλοδέφτερο :
1.Νίκος Παχής εξωφλήθη,2. Κρεμμύδας βαμβάκι 0.30 δρχ.,3. Στατελιάν πετρέλαιο 5 δρχ., 4. Σπανός σύκα ξερά  0.50 δρχ., 5.Θεσσαλονικιός  (δυσανάγνωστο), 6.Αντώνης Κυδωνιώτης κονσέρβα (δυσανάγνωστο).

            -Η τέταρτη χήνα κραύγασε δέκα μέτρα πάνω απ’ το κεφάλι του Αποστόλη του Κρεμμύδα.. Ο τελευταίος αγόραζε απ’ το περίπτερο του Χρυσικού δυο ξυραφάκια ‘Αστορ’ και τα πέρασε κάτω από το πηλίκιο. Πλάι του ο πεθερός του Καραβασίλη, ο Άγιος, χωρίς εισαγωγικά και ακυριολεξίες, διάβαζε δυνατά και συλλαβίζοντας την εφημερίδα , πριν λίγο είχε κλείσει τη Γραφή: ‘ ΙΧ αυτοκίνητο έπεσε στη θάλασσα’.

                                               
-Ο Αναστασόπουλος έτριψε το πονεμένο του γόνατο, δεν είχε ματώσει. Στο πεζοδρόμιο ακούγονταν φωνές. Ένα βεγγαλικό, μάλλον αδέσποτο, επικύρωσε το ορθόν της απόφασης του διαιτητή. Η μπάλα στήθηκε στα 11 μέτρα . Όχι μέτρα, βήματα. Ο ίδιος ο Αναστασόπουλος πήρε φόρα.

                                                           
-Την ίδια στιγμή η Πλακαρού έκανε τσιπ, τσιπ, τσιπ και οι οχτώ χήνες της, κατά τη συνήθεια τους, έτρεξαν λίγο και πάνω απ΄ το μπαξέ του Σκαφίδα απογειώθηκαν. Πετούσαν χαμηλά ως το ανατολικό τέρμα του γηπέδου όπου διεξήγετο ο αγώνας.

           
-Ο Αναστασόπουλος φυσικά αστόχησε, η μπάλα φυσικά βρήκε το κέντρο του εσμού των πουλιών, οι χήνες τινάχθηκαν δεξιά κι αριστερά. Κάποια απ’ αυτές έπεσε στα πόδια του Νίκου του Παχή που κάθονταν μόνος του στην άκρη της ομάδας των φιλάθλων.
Την άρπαξε κι έτρεξε, χώθηκε στο πλήθος που ζητωκραύγαζε μακρύτερα.

-Οι πρώτοι μας πελάτες ήσαν οι γείτονες, τα σπίτια αραιά ξεφύτρωναν στις γωνιές τετραγώνων που όριζαν χαραγμένοι χωματόδρομοι. Και οι τσιγγάνοι που έρχονταν από τις όχθες του αρχαίου Ανάβρου, τώρα τον ονομάζουμε Ξηριά.

-Ο Αποστόλης ο Κρεμμύδας άνοιξε το ξυραφάκι, κάθισε σ’ ένα παλιό ρείθρο. Μάζεψε τα μανίκια του.

 - ( Και φυσικά δεν μπορώ παρά να περάσω τον μεγεθυντικό φακό ξανά πάνω στο παλιό δεφτέρι. Ποτέ μην έχετε την εντύπωση ότι όλοι οι αναγνώστες είναι, όσο εσείς, ασκημένοι)

-Απόσπασμα από μπακαλοδέφτερο: Κρεμμύδας : βαμβάκι 0.30 δρχ.


Παρασκευή, 10 Απριλίου 2009

Φεγγαράδα στο δέρμα (Ασημένια Σαράφη, Eκδόσεις Πατάκης 2007 )

Παρασκευή, Απριλίου 10, 2009

Φεγγαράδα στο δέρμα (Ασημένια Σαράφη, Eκδόσεις Πατάκης 2007 )

Κριτική βιβλίου στη Λέσχη με τη συγγραφέα (8/2/2009)

Χωρίς να είμαι ειδικός πρέπει να πω πως απο “τεχνικής” πλευράς η συγγραφέας είναι πολλά υποσχόμενη: ο τρόπος που χειρίζεται τη γλώσσα, αλλοτε μικρές προτάσεις, άλλοτε προτάσεις ποταμός σαν σε παραλήρημα, με τολμηρή φαντασία στην περιγραφή, με ενθουσίασαν.
Βέβαια όλα τα διηγήματα δεν μου άρεσαν το ίδιο, άλλωστε όπως και η ίδια ανέφερε, τα διηγήματά της γράφτηκαν μεσα σε 10 χρόνια.
Προσωπικά ξεχώρισα τις 4 απαντητικές επιστολές στην Μάρθα, για το ποιητικό, παραληρηματικό και σουρεαλιστικό τους λόγο. Μετά το τελευταίο ήταν πολύ ξεχωριστό και αποκαλυπτικό, “η φεγγαράδα στο δέρμα” ήταν επίσης πολύ ευρηματικό και όμορφο, όπως και “τα 2 Μ”, “Ο άνθρωπος και η πέτρα” ήταν πολύ τρυφερό όπως και αυτό με τον καθρέφτη και την αλλοδαπή ράφτρια που με συγκίνησε.
Απο την άλλη υπήρχαν και άλλα όπως αυτό για το ΚΤΕΛ και μερικά άλλα που ήταν κατώτερα των προσδοκιών μου.
Γενικά ήταν πολύ αποδοτική η συζήτηση που έγινε με όλους μας στη Λέσχη και βέβαια σημαντική ήταν και η εμπειρία να κάνεις κάτι τέτοιο παρουσία και του συγγραφέα ακούγοντας τα σχόλιά της. Ετσι μάθαμε απο την ίδια πόσο δύσκολο είναι να γράψεις ένα διήγημα - αυτό άλλωστε φρόντισε η συγγραφέας να μας το περιγράψει στο τελευταίο διήγημα του βιβλίου με τίτλο “Πώς (δεν) γράφεται ένα διήγημα” - με τρόπο αρκατά πρωτότυπο.

Κριτική βιβλίου του Δημήτρη Αθηνάκη

Δημήτρης Αθηνάκης
Συγγραφέας: Ασημένια Σαράφη Tίτλος: Φεγγαράδα στο δέρμα Eκδότης: Πατάκης Xρονολογία έκδοσης: 2007 Ημερομηνία καταχώρησης: Κυριακή, 16 Δεκεμβρίου 2007
Μετά από δύο μυθιστορήματα, το πρώτο της «Το παράδοξο ταξίδι της εφηβείας της» (Καστανιώτης 1998) και το δεύτερο –εκτενές- με τον τίτλο «Platanus Orientalis» (Πατάκης 2003) που ήταν «οι διακλαδώσεις μιας ασυνήθιστης ιστορίας», η Ασημένια Σαράφη επέστρεψε το 2007 με μια συλλογή διηγημάτων υπό τον τίτλο «Φεγγαράδα στο δέρμα». Στα πρώτα της βιβλία είχε δώσει πολύ καλά δείγματα αισθητικής και γλώσσας, όπως επίσης και μυθιστορηματικής δομής. Στην τελευταία της όμως συλλογή καταφέρνει να μας εκπλήξει, να πάει ένα βήμα παρακάτω σε όλα τα προαναφερθέντα στοιχεία τής γραφής της.
Οι δεκαεφτά ιστορίες που είναι χωρισμένες ανά δύο με την τελευταία να στέκει μόνη της –καθόλου τυχαία-, περιγράφουν κόσμους όπου το μυαλό αφήνεται ελεύθερο να αγγίξει ό,τι θέλει, μιας και η Σαράφη δείχνει να τα επιτρέπει όλα. Διαβάζουμε μεταξύ άλλων για γυναίκες που βγάζουν φεγγάρια στο δέρμα τους εξαιτίας των «επαφών» τους με τους άντρες, για μια μάνα που με την κόρη της αποφασίζουν να «εκδοθούν» και με το μυαλό και με το σώμα, για γράμματα με παραλήπτη το πούλμαν τού ΚΤΕΛ, για Πυγμαίους που ταξιδεύουν στη Σκανδιναβία, για ένα κορίτσι που ερωτεύεται έναν άντρα ο οποίος με τη σειρά του είναι ερωτευμένος με μια πέτρα, και, στο τέλος της συλλογής, κλείνουμε το βιβλίο με τη σαρκαστική ιστορία υπό τον τίτλο «Πώς (δε) γράφεται ένα διήγημα». Η συλλογή αυτή στο σύνολό της αποτελεί ένα εξαιρετικό δείγμα γραφής με έναν τρόπο που μπόρεσε αποτελεσματικά να παντρέψει τον γλωσσικό ρεαλισμό με την καταγραφή ιδεών που έρχονται από παράλληλους κόσμους, ας πούμε αρχικά ενδόμυχους. Η προσεκτική διατύπωση της Σαράφη –κάτι που κάποιες φορές γίνεται επιδεικτική- κάνει τη γλώσσα της να καλπάζει χωρίς να αφήνει πονηρές νοηματικές ακροβασίες, κάτι που αποδεικνύει ότι η συγγραφέας είναι τουλάχιστον αναγνωστικά αρκετά ενημερωμένη. Πιο συγκεκριμένα, τα διηγήματα της «Φεγγαράδας στο δέρμα» μπορεί αφενός να είναι ώθηση προς τον αναγνώστη να αντιμετωπίσει τις περισσότερες φορές «καθημερινές» ιστορίες, είναι όμως έτσι καταγεγραμμένες που πηγάζουν και καταλήγουν, εν τέλει, σε μύχιες σκέψεις. Σε κάποια σημεία, βέβαια, ένιωσα να υπερθεματίζει η συγγραφέας στο καθημερινώς ανθρώπινο, κάνοντας έναν συνδυασμό –αμήχανο σε κάποια ειδικά του μέρη- με τα «εκτός του κόσμου τούτου». Όπως είπα και προηγουμένως, πολλές φορές η γλώσσα τής Σαράφη γίνεται επιδεικτική. Έχω την αίσθηση ότι αυτό συμβαίνει εξαιτίας των απαιτήσεων του εκάστοτε αφηγητή σε κάθε ιστορία –που σε κάθε περίπτωση είναι η ίδια η συγγραφέας-, αλλά αυτό μπορεί να αποτελέσει δίκοπο μαχαίρι στα επιμέρους σημεία. Αυτό όμως συμβαίνει, κατά τα φαινόμενα, σε μια προσπάθεια να γίνουν τα κείμενα απολύτως λογοτεχνικά. Ωστόσο, ο αναγνώστης, αφού αρχικά ταξιδέψει με κάθε ιστορία υπό τις συνθήκες που ανέφερα παραπάνω, οδηγείται ενώπιον των διαψεύσεων και των ανατροπών που η συγγραφέας έχει επιλέξει να μεγεθύνει με τον φακό τής γραφής της. Κάτι που θεωρώ ότι είναι το κεντρικό αφηγηματικό και πραγματολογικό τέχνασμα της Ασημένιας Σαράφη. Η «Φεγγαράδα στο δέρμα» είναι, από τη μια, ένα ολοκληρωμένο βιβλίο, μια συλλογή διηγημάτων που μοιάζει οργανικά σφιχτοδεμένη, αλλά, από την άλλη, ανεβάζει πολύ ψηλά τον πήχη των προσδοκιών του αναγνώστη απ’ τη συγγραφέα, αλλά και, κατά τη γνώμη μου, των προσδοκιών της συγγραφέως από τον εαυτό της.
[Η Ασημένια Σαράφη γεννήθηκε στον Άγιο Λαυρέντιο Πηλίου. Σπούδασε Ελληνική Φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.]
Δημήτρης Αθηνάκης

Copyright © 2014-15 Απόψεις επώνυμα™ is a registered trademark.

Designed by Templateism. Hosted on Blogger Platform.